SOCIALO
  • ΕΛΛΑΔΑ
  • ΔΙΕΘΝΗ
  • ΒΑΛΚΑΝΙΑ
  • WEB TV
  • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
  • ΕΡΓΑΣΙΑ
  • CRIME
  • TOPIKA NEA
  • TECH
…
GOSSIP VIDEO VIRAL VIDEO ΑΘΗΝΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΤΤΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΒΙΝΤΕΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΓΑΛΛΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΒΙΝΤΕΟ ΕΡΓΑΣΙΑ ΗΠΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΗΠΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ ΚΡΗΤΗ ΚΡΗΤΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΝΕΚΡΟΙ ΞΕΝΑ ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΞΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ ΞΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΝΕΑ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΡΩΣΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΟΚΑΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΥΡΙΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΖΙΧΑΝΤΙΣΤΕΣ ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ ΤΟΥΡΚΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΒΙΝΤΕΟ
  • ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ
  • ΧΡΟΝΟΜΗΧΑΝΗ
  • ΤΖΟΚΕΡ
  • ΚΑΙΡΟΣ
  • ΖΩΔΙΑ
  • ΑΠΕΡΓΙΕΣ
  • ΥΓΕΙΑ
SOCIALO
SOCIALO
  • ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
    • ΕΛΛΑΔΑ
    • ΔΙΕΘΝΗ
    • ΒΑΛΚΑΝΙΑ
    • ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
    • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
    • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
  • WEB TV
    • VIRAL
    • PEOPLE
    • ΠΑΡΑΞΕΝΑ
    • ΑΣΤΕΙΑ
    • ΖΩΑ
  • ΕΡΓΑΣΙΑ
  • TECH
    • ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
    • ΕΡΕΥΝΕΣ
    • ΔΙΑΣΤΗΜΑ
    • GADGETS
    • PC
    • INTERNET
  • ΤΕΧΝΕΣ
    • CINEMA
    • ΘΕΑΤΡΟ
    • ΦΕΣΤΙΒΑΛ
    • ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
    • ΜΟΥΣΙΚΗ
    • ΒΙΒΛΙΑ
  • ΣΠΟΡ
    • ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ
    • ΜΠΑΣΚΕΤ
    • HIGHLIGHTS
    • FORMULA 1
    • ΣΤΙΒΟΣ
    • ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΑ
  • GOSSIP
ΑΡΕΣΟΥΝ:
  • Η σειρά The Simpsons έχει συνδεθεί αρκετές φορές με σημαντικά γεγονότα που αφορούν συνήθως την παγκόσμια κοινότητα. Λες κι οι δημιουργοί του μπορούσαν να ρίχνουν κλεφτές ματιές στο μέλλον

    The Simpsons: Η προφητεία τους για την εισβολή στην Ουκρανία

    Περισσοτερα
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ:
  • Volkswagen: Εγκαινιάζει νέο αιολικό πάρκο στη Σουηδία 1
    Volkswagen: Εγκαινιάζει νέο αιολικό πάρκο στη Σουηδία
  • Tesla: Ανακαλούνται 26.681 οχήματα εξαιτίας προβλημάτων στο λογισμικό 2
    Tesla: Ανακαλούνται 26.681 οχήματα εξαιτίας προβλημάτων στο λογισμικό
  • Εξοικονομώ 2021: Παράταση για τις αιτήσεις έως τις 15 Μαρτίου 3
    Εξοικονομώ 2021: Παράταση για τις αιτήσεις έως 15 Μαρτίου
ΕΙΝΑΙ SOCIAL:
  • Αγωγή Κιμούλη κατά της Ζέτας Δούκα, άλλων δύο ηθοποιών και του ΣΕΗ - Ζητά αποζημίωση άνω του ενός εκατ. ευρώ

    Κιμούλης: «Aντεπίθεση» με αγωγές κατά Ζέτα Δούκα και ΣΕΗ

    Περισσοτερα
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
  • Πόλεμος Ουκρανία: Οι συζητήσεις δεν οδήγησαν σε αποτέλεσμα στον Γ’ γύρο διαπραγματεύσεων
  • Ο ουκρανικός στρατός αναφέρει ότι κατέρριψε ρωσικό στρατιωτικό αεροσκάφος Il-76
  • Πόλεμος Ουκρανία: Ο ρωσικός στρατός κατέλαβε τη Μελιτόπολη
  • Νέα Υόρκη: Η στιγμή που ληστής χτυπά με σφυρί στο κεφάλι γυναίκα
  • Πόλεμος Ουκρανία: Ο Ζελένσκι είναι έτοιμος να συζητήσει με τη Ρωσία για πιθανή εκεχειρία
Kατηγορίες
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Τετάρτη 26 Ιανουαρίου

  • 26/01/2022
  • Socialo
Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Τετάρτη 26 Ιανουαρίου
Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Τετάρτη 26 Ιανουαρίου
Total
0
Shares
0
0
0

Ποια ονόματα γιορτάζουν σήμερα, σύμφωνα με το εορτολόγιο? Σήμερα Τετάρτη 26 Ιανουαρίου γιορτάζει την ονομαστική της εορτή το εξής όνομα: Ξενοφών, Ξενοφώντας, Φώντας, Φόντας, Φόνης, Ξενοφωντία, Ξενοφωντίνα, Ξενοφούλα, Ξενοφώντη, Ξένια

Την Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Ξενοφώντος, της συμβίας αυτού Μαρίας και των τέκνων αυτού Αρκαδίου και Ιωάννου.

Βίος του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Ξενοφώντος Σαββαΐτου και της Συνοδείας αυτού

Ο Όσιος πατήρ ημών Ξενοφών έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού[2], η πατρίδα του ήταν η βασιλίδα των πόλεων, η Κωνσταντινούπολη, και ήταν άντρας πλούσιος και ευγενής που απέπνεε την ευσέβεια προς τον Θεό. Είχε δε και μία σύζυγο τη Μαρία, όμοια στην αρετή μ’ εκείνον και δύο γιους τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη, τους οποίους έστειλε στη Βηρυττό, μια που εκεί ήταν τότε τα σχολεία, για να μάθουν τους νόμους και ν’ ασκηθούν. Εκεί λοιπόν αυτοί οι νέοι μάθαιναν τα γράμματα και είχαν μεγάλη φήμη για τις αρετές τους. Κατά την εποχή εκείνη ασθένησε ο Ξενοφών και προσκάλεσε τα παιδιά του και τους είπε: «παιδιά μου, εγώ ίσως πεθάνω· γνωρίζετε καλά ότι υπήρξα αγαπητός σε όλους για τις αρετές μου· ποτέ δεν εξέβρισα κανέναν, ούτε κορόιδεψα, ούτε οργίσθηκα, ούτε κατέκρινα, ούτε φθόνησα, ούτε ζημίωσα ή πίκρανα κανέναν στο ελάχιστο. Δεν παραμελούσα την εκκλησιαστική ακολουθία ούτε έδιωξα ποτέ ξένο ή φτωχό από το σπίτι μου, αλλά έδινα σε όλους το κατά δύναμιν. Δεν επιθύμησα ποτέ ομορφιά γυναίκας, ούτε γνώρισα άλλη εκτός από τη μητέρα σας, μέχρι τη στιγμή που γεννηθήκατε εσείς και έκτοτε με κοινή συμφωνία ζούμε εν παρθενία για τον Κύριο· την ορθόδοξη πίστη μου φρόντισα και διατήρησα μέχρι θανάτου· αυτά λοιπόν σας παρακαλώ να κάνετε κι εσείς, αν θέλετε να σας ευλογήσει ο Θεός για να ζήσετε πολλά χρόνια. Να βοηθάτε τις χήρες και τα ορφανά· να τιμάτε τους ιερωμένους· να επισκέπτεσθε τους ασθενείς. Να αντιλαμβάνεσθε αυτά που έχουν ειπωθεί. Να θυμάστε και να ευλαβείστε τους ασκητές στα όρη, στις σπηλιές και στις οπές της γης, γιατί χάριν αυτών ελεεί ο Κύριος τον κόσμο. Δεν έλειψε ποτέ τράπεζα καλογερική από το σπίτι μου, όπως γνωρίζετε. Τα μοναστήρια να προστατεύετε, να μην απουσιάζετε από την Εκκλησία, να τιμάτε τη μητέρα σας και να την υπακούτε σ’ ότι σας λέει με σεβασμό κι ευλάβεια, γιατί κι εκείνη τις εντολές του Κυρίου ακολουθεί. Τους υπηρέτες σας να τους αγαπάτε σαν παιδιά σας και όσοι γεράσουν να τους φροντίζετε και να τους τρέφετε μέχρι το θάνατό τους. Έχετε πλούτο όσο χρειάζεστε, τίποτε δεν σας λείπει στον πρόσκαιρο αυτό κόσμο και αν ποθείτε να κληρονομήσετε και τη Βασιλεία των Ουρανών, τότε να φυλάξετε όλες τις εντολές του Θεού, όπως βλέπατε να κάνω κι εγώ». Αυτά και άλλα πολλά έλεγε ο άγιος γέροντας, όχι φαρισαϊκά αλλά για να νουθετήσει τα παιδιά του κι εκείνα έκλαιγαν και οδύρονταν λέγοντας: «μη μας εγκαταλείπεις, πατέρα, αλλά παρακάλεσε το Θεό να ζήσεις λίγα ακόμη χρόνια, μέχρι να μας κάνεις ό,τι θέλεις εσύ». Εκείνος, με δάκρυα στα μάτια, τους άφησε να φύγουν και την επομένη το πρωί τους φώναξε πάλι και τους είπε: «από τη στιγμή που με θυμήθηκε ο Θεός κι έπεσα στο κρεβάτι, Τον παρακαλούσα να μου δώσει ζωή για σας, ώστε να σας αποκαταστήσω και να μη χρειάζεστε πια τη φροντίδα μου· κι αυτή τη νύχτα ο Θεός εκπλήρωσε το αίτημά μου, γιατί πρόσταξε να μείνω κι άλλο σ’ αυτόν τον κόσμο, μέχρι να ορίσει η βασιλεία Του». Ακούγοντας αυτά τα παιδιά του χάρηκαν πολύ και δόξασαν τον Θεό. Κι όταν ο πατέρας ανάρρωσε τους έστειλε πάλι στη Βυρηττό για να ολοκληρώσουν τα μαθήματά τους. Ναυάγησε όμως το πλοίο που τους πήγαινε εκεί, κι εκείνοι με δάκρυα προσεύχονταν επικαλούμενοι τον Θεό και τους Αγίους Του να τους βοηθήσουν, ως εξής: «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ παντοδύναμε, επίβλεψον στη θλίψη μας και λύτρωσέ μας από τον κίνδυνο, για να μπορέσουμε κι εμείς να κάνουμε το θέλημά σου και να αξιωθούμε της Βασιλείας σου· μνήσθητι, Κύριε, τα έργα των γονέων μας και μη μας καλέσεις κοντά σου στα μισά των ημερών μας, αλλά αξίωσέ μας να ζήσουμε κατά το θέλημά σου οι δούλοι σου». Τότε οι ναύτες, βλέποντας τον κίνδυνο, μπήκαν στη λέμβο για να σωθούν. Τα παιδιά βλέποντας την πλήρη εγκατάλειψη του πλοίου, αλληλοσυγχωρέθηκαν και έκλαιγαν αγκαλιασμένοι λέγοντας: «Σώζεσθε, δούλοι και πάντες οι του σπιτιού μας. Σώζεσθε πολυαγαπημένοι γονείς. Να σωθείς κι εσύ αγαπημένε μου αδελφέ. Πού είναι τώρα τα πράγματα του πατέρα μας; Πού είναι η φιλόσοφη εκπαίδευση; Πού είναι τα έργα και οι αρετές των γονέων μας; Πού είναι οι προσευχές των μοναχών; Σε τίποτα δεν μέτρησαν; Όλα άκυρα έγιναν; Δεν βρέθηκε κάποιος άξιος του Θεού από τους φίλους και τους δούλους Του, τους οποίους φιλοξένησαν οι γονείς μας, ώστε με τις προσευχές τους να μας σώσει ο Κύριος; Ναι, αδελφέ μου, όλοι είναι καλοί και άξιοι, αλλά εμείς είμαστε ανάξιοι αυτής της ζωής. Οι αμαρτίες μας εξαφάνισαν τις αρετές των γονέων μας, γι’ αυτό μας εγκατέλειψε ο Θεός». Λέγοντας αυτά και άλλα πολλά, ασπάστηκαν ο ένας τον άλλο και τότε το πλοίο σχίστηκε στα δύο. Αυτοί δε, πιάνοντας ο καθένας από ένα κομμάτι ξύλου, επέπλεαν πάνω σ’ αυτό όπως μπορούσαν και κυβερνημένοι από τη Χάρη του Θεού, βγήκαν στα μέρη της Τύρου, ο μεν Ιωάννης στην Μεληφθά, ο δε Αρκάδιος στην Τετραπυργία. Αφού λοιπόν βγήκε από τη θάλασσα ο Ιωάννης μονολογούσε: «πού να πάω τώρα γυμνός, να περάσω το υπόλοιπο της ζωής; Δοξασμένο να είναι το όνομα του Θεού! Καλύτερα να έχω πτωχεία και ταπείνωση, παρά ζωή πλούσια και μάταιη. Γι’ αυτό δεν επάκουσε ο Θεός τη δέησή μας, γιατί γνωρίζει, σαν αγαθός, ποιο είναι το συμφέρον του καθενός μας και όλα τα οικονομεί με σοφία και πρόνοια. Εμείς όμως, στην άγνοιά μας, Του ζητούμε πράγματα ανώφελα· πάντα όμως η Χάρις Του μάς δίνει τα ψυχωφελή και τα πρέποντα! Ας πάω να ησυχάσω σ’ ένα μοναστήρι». Μετά από αυτή την ευχαριστία προς τον Κύριο, προσευχήθηκε και για τον Αρκάδιο, δεόμενος στο Θεό να τον λυτρώσει κι αυτόν και να του δώσει αγαθό λογισμό, ώστε να γίνει μοναχός. Περπατώντας λοιπόν σ’ εκείνα τα μέρη βρίσκει ένα μοναστήρι και αφού χτύπησε την πόρτα ήρθε ο θυρωρός και βλέποντάς τον γυμνό, άνοιξε την πόρτα και τον έντυσε με ράσα. Κατόπιν του έστρωσε το τραπέζι, τον περιποιήθηκε κι αφού απόφαγε τον ρώτησε από πού ήταν. Εκείνος αποκρίθηκε: «είμαι άνθρωπος ξένος, που ναυάγησε και σώθηκε με τις ευχές της αγιοσύνης σας». Ο δε μοναχός έκλαψε για λίγο, με κατάνυξη στην καρδιά κι αφού δόξασε τον Θεό είπε στον Ιωάννη: «και τώρα, παιδί μου, πού θέλεις να πας;» Ο δε είπε: «θέλω, αν θέλει ο Κύριος, να γίνω μοναχός». Κι ο μοναχός του είπε: «στ’ αλήθεια, παιδί μου, διάλεξες καλό έργο, θα μιλήσω στον ηγούμενο κι ότι του νεύσει ο Θεός στην καρδιά του, αυτό να κάνεις και θα σωθείς». Ο ηγούμενος ακούγοντας, τον καθοδήγησε στις τάξεις της μοναχικής πολιτείας κι αφού τον σφράγισε με τον τίμιο Σταυρό, τον ενέδυσε με το άγιο σχήμα. Έμεινε εκεί ο Ιωάννης στο μοναστήρι, νηστεύοντας, αγρυπνώντας και προσευχόμενος πάντοτε· είχε όμως πολλή θλίψη για τον αδελφό του, νομίζοντας ότι πνίγηκε. Ο δε Αρκάδιος, αφού βγήκε κι αυτός από τη θάλασσα, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσκύνησε τον Κύριο λέγοντας: «Σε ευχαριστώ, Θεέ του πατέρα και της μητέρας μου, που δεν με άφησες να καταποντισθώ, και παρακαλώ την ευσπλαχνία σου, όπως έσωσες εμένα, έτσι να σώσεις και τον αδελφό μου και να με αξιώσεις να τον δω πριν να πεθάνω». Αφού είπε αυτά έφυγε σε κάποια χώρα εκεί κοντά και του έδωσαν τροφή και ρούχα. Αφού έφαγε ξεκουράστηκε για λίγο· εκεί που κοιμόταν έξω από τον ναό βλέπει σε όραμα τον Ιωάννη να του λέει: «αδελφέ μου Αρκάδιε, γιατί κλαις για μένα;» κι αμέσως ξύπνησε και περιχαρής ευχαρίστησε τον Κύριο και σκεφτόταν αυτά: «Να επιστρέψω στα μαθήματά μου; Και ποιο το όφελος; Όλα αυτά είναι πρόσκαιρα και μάταια. Πάντοτε άκουγα τον πατέρα μου να επαινεί την αγγελική πολιτεία των μοναχών· λοιπόν, ας γίνω μοναχός και θα με βοηθήσει ο Κύριος». Λέγοντας λοιπόν την ευχή βάδιζε προς την Ιερουσαλήμ και φθάνοντας εκεί προσκύνησε τους Αγίους Τόπους· έπειτα πήγε να προσκυνήσει στα μοναστήρια και πέρασε από όλα. Κάποια μέρα λοιπόν κι ενώ πορεύονταν ο Αρκάδιος συνάντησε κάποιον γέροντα άγιο και προορατικό κι αφού τον προσκύνησε του είπε: «Για το Θεό, πάτερ άγιε, παρακάλεσε τον Κύριο, γιατί είμαι σε μεγάλη θλίψη». Ο γέροντας του είπε: «μη λυπάσαι, τέκνο μου, γιατί ζει ο αδελφός σου· όλοι όσοι ήταν στο πλοίο σώθηκαν και έγιναν μοναχοί, το ίδιο και ο αδελφός σου, και πρόκειται να τον συναντήσεις όπως και τον πατέρα σου και τη μητέρα σου πριν πεθάνεις». Ακούγοντας αυτά ο Αρκάδιος ταράχθηκε από το προορατικό χάρισμα του ανδρός και πέφτοντας στα πόδια του, με δάκρυα τον παρακαλούσε λέγοντας: «αφού ο Θεός σου φανέρωσε τα πάντα για μένα, σε παρακαλώ, κάνε με μοναχό». Κι εκείνος είπε: «ευλογητός ο Κύριος, παιδί μου, ακολούθησέ με». Έφυγαν λοιπόν και πήγαν στον Μοναστήρι του Αγίου Σάββα κι έδωσε ο γέροντας στον Αρκάδιο το κελί του, στο οποίο κατοικούσε για 50 χρόνια, έμεινε δε μαζί του για ένα χρόνο διδάσκοντάς του τον κανόνα της μοναδικής πολιτείας· κατόπιν ο γέροντας έφυγε για την έρημο αφού αποχαιρέτισε τον Αρκάδιο κι αφού του υποσχέθηκε ότι θα επανέλθει μετά τρία χρόνια για να δει την πρόοδό του. Έμεινε λοιπόν στο κελί ο Αρκάδιος, κάνοντας με προθυμία όσα διδάχθηκε από τον Άγιο. Πέρασαν δύο χρόνια και χωρίς να γνωρίζει ο Ξενοφών για το ναυάγιο των παιδιών του και μη έχοντας καμία πληροφορία από αυτούς, έστειλε άνθρωπο στη Βηρυττό, να μάθει πώς είναι. Ο απεσταλμένος πήγε κι αφού ερεύνησε με ακρίβεια πήρε την απάντηση ότι από τη στιγμή που έστειλε ο πατέρας τους και τους πήρε από εκεί, δεν επέστρεψαν. Οπότε αναχώρησε εκείνος από τη Βηρυττό για την Αθήνα, με σκοπό να ρωτήσει μήπως βρίσκονται εκεί. Πηγαίνοντας εκεί, κάποιο βράδυ έμεινε σ’ ένα ξενοδοχείο, στο οποίο βλέπει έναν σύνδουλό του με ράσο καλογερικό και τον ρώτησε ιδιαιτέρως λέγοντας: «εσύ δεν είσαι ο τάδε, ο οποίος πήγες με τα παιδιά του κυρίου μας στη Βηρυττο;» κι εκείνος είπε «ναι». Και του λέει ο απεσταλμένος: «και πού είναι τα παιδιά;» Τότε δάκρυσε ο μοναχός λέγοντας: «στη θάλασσα, πνίγηκαν, και νομίζω πως μόνον εγώ σώθηκα. Γι’ αυτό έγινα μοναχός, δεν θέλησα να γίνω άγγελος κακών των κυρίων μου, και να, πηγαίνω στα Ιεροσόλυμα». Ακούγοντας αυτά ο απεσταλμένος έκλαψε λέγοντας: «αλίμονό μου, κύριοί μου! Ποιος να αναγγείλει στον πατέρα σας τον ξαφνικό και πριν την ώρα του θάνατό σας; Πώς να υποφέρει η μητέρα σας τον πόνο; Ποιος να κληρονομήσει τις αρετές και τον πλούτο τους; Ποιος να υποδέχεται τους ξένους, να ετοιμάζει τραπέζι στους φτωχούς και να επισκέπτεται τους φυλακισμένους; Ποιος να φροντίζει τις εκκλησίες και τα μοναστήρια; Αλίμονό μου, ο άθλιος! Όλοι οι φτωχοί φωνάξτε και θρηνείστε, γιατί χάθηκε η άνεση σας, σας άρπαξαν το θησαυρό σας και αφανίστηκε η χαρά σας. Αλίμονο σε μένα τον ταλαίπωρο, τι να κάνω; Να επιστρέψω στον κύριό μου; Και πώς να του αναγγείλω τέτοιο πικρότατο άγγελμα; Ποιος ν’ ακούσει τους στεναγμούς και τα δάκρυα φίλων και γειτόνων, τη λύπη του βασιλιά και των υπολοίπων αρχόντων του παλατιού και των συγγενών του κυρίου μου;» Αυτά και άλλα τέτοια μονολογούσε και τον παρηγορούσαν όσοι βρέθηκαν εκεί και του έλεγαν: «Σταμάτησε, αδελφέ, τον πολύ θρήνο, για να μην πεθάνεις από την πολύ λύπη. Αλλά πήγαινε και πες τα στον κύριό σου, μην τυχόν τα μάθει από άλλους και γι’ αυτό σε καταρασθεί και εξαφανισθείς από το βιβλίο των ζώντων». Δέχθηκε αυτές τις συμβουλές και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, κι αφού μπήκε στο σπίτι του κυρίου του καθόταν σκυθρωπός και λυπημένος. Μόλις έμαθε η Μαρία ότι ήλθε ο δούλος, τον κάλεσε και τον ρώτησε πώς είναι τα παιδιά της. Εκείνος της είπε: «καλά είναι». Και του λέει: «πού είναι οι επιστολές, τις οποίες σου έδωσαν;» Κι εκείνος αποκρίθηκε: «στο δρόμο, καθώς ερχόμουν, τις έχασα». Τότε άρχισε να ταράζεται η καρδιά της και του λέει: «για όνομα του Θεού, πες μου όλη την αλήθεια». Και τότε έβαλε φωνή μεγάλη και είπε με δάκρυα στα μάτια: «αλίμονο, κυρία μου, γιατί έχασες το φως σου μέσα στη θάλασσα!» Εκείνη, μόλις το άκουσε αυτό, ευχαρίστησε το Θεό και είπε στο δούλο: «σώπασε και να μην το πεις σε κανέναν. Ο Θεός τα έδωσε, ο Θεός και τα πήρα· έτσι θέλησε ο Κύριος, έτσι και έγινε. Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου, από του νυν και έως του αιώνος». Το απόγευμα ήρθε κι ο Ξενοφών από τα ανάκτορα συνοδευόμενος από πολλούς, κι αφού αποχαιρέτισε εκείνους που τον συνόδευαν, κάθισε να φάει, μια που αυτή ήταν η συνήθειά του, να τρώει μία φορά την ημέρα, το απόγευμα. Κάθισε λοιπόν στο τραπέζι και του είπε η γυναίκα του: «Κύριέ μου, ήλθε ο άνθρωπος που είχες στείλει στη Βηρυττό». Και ο άγιος Ξενοφών είπε: «Δόξα σοι ο Θεός, ας έλθει να τον ρωτήσω». Εκείνη του αποκρίθηκε: «Είναι πολύ κουρασμένος κι έπεσε να αναπαυθεί». Της λέει: «Φέρε μου τις επιστολές, να δω τι μας γράφουν τα παιδιά μας». Εκείνη τότε, μη μπορώντας να κρατήσει τον πόνο της, δάκρυσε. Ο δε Ξενοφών της είπε: «Γιατί κλαις; Αρρώστησαν τα παιδιά μας;» Εκείνη απάντησε: «Μακάρι να ήταν άρρωστα· αλλά χάσαμε τα μαργαριτάρια μας στη θάλασσα». Τότε ο γέροντας αναστέναξε κι ευχαρίστησε το Θεό λέγοντας: «Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου. Μη λυπάσαι, κυρία μου, κι ο Θεός δεν άφησε να μου συμβεί τέτοια λύπη στα γηρατειά μου, μια που όπως νομίζω κράτησα όλες τις εντολές Του. Ας αγρυπνήσουμε αυτή τη νύχτα προσευχόμενοι και ας παρακαλέσουμε το Θεό να μας φανερώσει τι απέγιναν τα παιδιά μας». Προσευχόμενοι λοιπόν όλη τη νύχτα στα γόνατα, το πρωί λόγω κόπωσης αποκοιμήθηκαν και βλέπουν όραμα και οι δύο ότι τα παιδιά τους στέκονται μπροστά στο Χριστό και έχουν στα κεφάλια τους στέφανα λαμπρά και πολύτιμα. Και το στεφάνι του μεν Ιωάννη ήταν κοσμημένο με ανεκτίμητα πετράδια, του δε Αρκαδίου με λαμπρότατα αστέρια· και οι δύο δε κρατούσαν χρυσάφι στα χέρια τους. Μόλις ξύπνησαν διηγήθηκαν το όραμα ο ένας στον άλλο και είπε ο μακάριος Ξενοφών: «αλήθεια, γυναίκα, μεγάλης τιμής αξιώθηκαν οι γιοί μας και νομίζω ότι είναι στα Ιεροσόλυμα. Λοιπόν, ας πάμε να τους βρούμε και να προσκυνήσουμε και τους Αγίους Τόπους». Αφού λοιπόν πήραν μαζί τους πολύ πλούτο, έφυγαν με μερικούς από τους υπηρέτες τους για την Αγία Πόλη· εκεί προσκύνησαν με ευλάβεια όλους τους τόπους εκείνους, δίνοντας παντού μεγάλη ελεημοσύνη και περιφερόμενοι ρωτούσαν και για τους γιούς τους, αλλά δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτε για κείνους. Βρήκαν όμως έναν από τους υπηρέτες, τον οποίον είχαν στείλει μαζί τους στη Βηρυττό, να φοράει ένδυμα μοναχού, κι αμέσως μόλις τον είδαν του έβαλαν μετάνοια. Εκείνος τους προσκύνησε λέγοντας: «μην κάνετε έτσι, κύριοί μου, μην βάζετε μετάνοια σ’ εμένα, τον υπηρέτη σας». Του λέει τότε ο άγιος Ξενοφών: «το σχήμα το άγιο που φοράς ετίμησα· και σε παρακαλώ μη λυπάσαι, αλλά πες μας τι απέγιναν τα παιδιά μας». Ο δε τους απάντησε: «δεν γνωρίζω· γιατί καθώς συνετρίβη το καράβι, ο καθένας φρόντιζε πώς να σωθεί ο ίδιος. Οπότε μόνον ο Θεός γνωρίζει αν ζουν ή αν πέθαναν». Τότε ο Ξενοφών θέλησε να πάει να προσκυνήσει και στα μέρη του Ιορδάνου και να μοιράσει και στους εκεί μοναχούς ελεημοσύνη. Στο δρόμο λοιπόν, κατεβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα, συνάντησαν τον γέροντα του Αρκαδίου, και αφού έπεσαν στα πόδια του, του ζητούσαν ευλογία. Εκείνος αφού τους ευχήθηκε τους λέει: «Τι ανάγκασε τον κύριο Ξενοφώντα και την κυρία Μαρία να έλθουν στα Ιεροσόλυμα; Ασφαλώς τίποτε άλλο παρά ο πόθος των παιδιών σας. Μη λυπάστε, προσθέτει ο γέροντας, γιατί τα παιδιά σας είναι ζωντανά κι ο Θεός θα σας φανερώσει τη δόξα τους. Πηγαίνετε όμως στον Ιορδάνη ποταμό, ως καλοί εργάτες του αμπελώνος Χριστού του Θεού, και όταν επιστρέψετε θα δείτε τα παιδιά σας». Τον αποχαιρέτισαν και έφυγαν, βαδίζοντας το δρόμο τους, ο δε άγιος γέροντας πορεύτηκε στα Ιεροσόλυμα κι αφού προσκύνησε κάθισε στο έδαφος, κοντά στο Γολγοθά, και να, κατ’ οικονομίαν Θεού, ο Ιωάννης, ο πρώτος γιος του Ξενοφώντα, ήλθε να προσκυνήσει κι αυτός τους Αγίους Τόπους. Μόλις είδε το γέροντα του έβαλε μετάνοια· κι εκείνος του ευχήθηκε λέγοντας: «πού ήσουν μέχρι τώρα, κυρ-Ιωάννη; Ήρθαν οι γονείς σου και σε γύρευαν, κι εσύ πάλι σίγουρα ήρθες γυρεύοντας τον αδελφό σου». Ο Ιωάννης τότε πέφτοντας στα γόνατα του γέροντα, λέει: «σε παρακαλώ, πάτερ Άγιε, πες μου για όνομα του Θεού, πού είναι ο αδελφός μου; Γιατί μέχρι σήμερα δεν με πληροφόρησε ο Κύριος αν ζει, μόνο σήμερα τ’ ακούω αυτό από το άγιό σου στόμα». Ενώ τα έλεγε αυτά, να έρχεται και ο Αρκάδιος για να προσκυνήσει, και τόσο ήταν ταλαιπωρημένο το σώμα του από την πολλή εγκράτεια ώστε τα μάτια του είχαν βαθουλώσει· προσκύνησε τον άγιο γέροντα και είπε: «πάτερ τίμιε, άφησες το χωράφι σου τρία χρόνια τώρα που δεν το επισκέφτηκες και γέμισε αγκάθια· που σημαίνει ότι θα κοπιάσεις πάρα πολύ για να το καθαρίσεις». Κι εκείνος αποκρίθηκε: «καθημερινά, παιδί μου, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος επισκεπτόμουν αοράτως το χωράφι μου και ελπίζω στον Θεό ότι δεν έχει αγκάθια, αλλά καλούς καρπούς, από τους οποίους τρώει και πίνει ο βασιλεύς Χριστός και ευφραίνεται». Αφού κάθισαν και αυτοί ρώτησε ο γέροντας τον Ιωάννη να πει ποια είναι η πατρίδα του. Εκείνος αποκρίθηκε: «ξένος και αμαρτωλός είμαι, πάτερ τίμιε, και παρακαλώ τον Θεό, να με ελεήσει με τις ευχές σας». «Την πατρίδα σου πες μας, αυτή στην οποία γεννήθηκες, την ανατροφή σου και τη γενιά σου, κι έτσι θα δοξασθεί ο Θεός». Τότε ο Ιωάννης διηγήθηκε τα πάντα· μη μπορώντας ο Αρκάδιος να κρατήσει τα δάκρυά του σηκώθηκε και λέει στο γέροντα: «αυτός είναι ο αδελφός μου!» Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Παιδί μου, εγώ το γνώριζα αυτό, αλλά δεν ήθελα να σας το πω, μέχρι να αναγνωριστείτε μόνοι σας». Τότε, με προσταγή του γέροντα, αγκαλιάστηκαν και ασπάσθηκαν μεταξύ τους ευχαριστώντας τον Θεό, που τους αξίωσε να δουν ο ένας τον άλλο με αυτό το μοναχικό σχήμα. Ύστερα από δύο ημέρες ήλθαν και οι γονείς τους από τον Ιορδάνη με πολλή παρρησία και συνοδεία ανθρώπων και αφού προσκύνησαν τον Άγιον Τάφον και τον Γολγοθά έριξαν κι εκεί πολλά φλουριά και βγαίνοντας από τον ναό βλέπουν τον άγιο γέροντα και τον προσκυνούν, λέγοντάς του τα εξής: «Στο όνομα του Κυρίου, εκπλήρωσε την υπόσχεσή σου και δείξε μας τα παιδιά μας». Κι ενώ εκείνα παρευρίσκοντο εκεί, τα πρόσταξε να μη μιλήσουν καθόλου· γιατί οι γονείς τους δεν τα αναγνώρισαν καθόλου μια που από την πολλή εγκράτεια είχαν αλλοιωθεί τα χαρακτηριστικά τους. Έτσι ο γέροντας είπε στους γονείς: «πηγαίνετε να ετοιμάσετε πλούσιο τραπέζι να μας φιλεύσετε μαζί με αυτούς τους μαθητές μου και εκεί θα σας πω πού είναι τα παιδιά σας». Ο Ξενοφών χάρηκε πολύ και φεύγοντας ετοίμασε την τράπεζα. Ο γέροντας είπε στα παιδιά: «ας πάμε, παιδιά μου, στην αγάπη του πατέρα σας, αυτό δεν σας βλάπτει· μόνο να φυλάγεστε και να μην μιλήσετε καθόλου μέχρι να σας πω· μάθετε δε κι αυτό, ότι όσους κόπους κι αν κάνετε δεν φθάνετε στα μέτρα των γονέων σας, γιατί ακόμη και να μιλήσει κανείς μαζί τους οφελείται». Πήγαν λοιπόν και οι τρεις εκεί που ήταν ο Ξενοφών, ο οποίος τους δέχθηκε σαν αγγέλους του Θεού και αφού κάθισαν έτρωγαν όλοι μαζί. Ο δε Ξενοφών είπε: «πώς είναι τα παιδιά μας, τίμιε Πάτερ;» Εκείνος απάντησε: «καλά είναι και αγωνίζονται να σωθούν». Είπαν οι γονείς: «ας τους αναδείξει ο Θεός άξιους εργάτες του αμπελώνα του, για να λυτρώσουν κι εμάς από το αιώνιο πυρ της κολάσεως». Βλέποντας δε ο Ξενοφών τη θαυμαστή ευταξία, τα χρηστά ήθη και την ευλάβεια των δύο μοναχών, είπε στο γέροντα: «στ’ αλήθεια, τίμιε Πάτερ, έχεις καλούς μαθητές και η ψυχή μου πολύ τους αγάπησε και βλέπω ότι είναι άξιοι του Θεού, αλλά να παρακαλάς τον Κύριο να γίνουν όμοιά τους και τα παιδιά μας.» Κι ο γέροντας είπε: «Αμήν». Έπειτα λέει προς τον Αρκάδιο: «πες μου, από ποιο μέρος είσαι και ποιων γονέων γιος είσαι;» Εκείνος αποκρίθηκε: «εγώ, τίμιε Πάτερ, ήμουν από την Κωνσταντινούπολη, γιος πλούσιων γονέων, ο δε πατέρας μου ήταν συγκλητικός· είχα δε κι έναν άλλο αδελφό, μαζί με τον οποίο μας έστειλαν οι γονείς μας στη Βηρυττό, για να τελειώσουμε τις σπουδές μας· ενώ όμως πλέαμε συνετρίβη το πλοίο και εγώ σώθηκα με τη βοήθεια του Θεού με ένα σανίδι». Αφού άκουσαν αυτά οι γονείς, δεν περίμεναν να τελειώσει τα υπόλοιπα· αλλά σηκώθηκαν με δάκρυα και τους αγκάλιαζαν λέγοντας: «αυτά είναι τα παιδιά μας, τίμιε Πάτερ! Και σε παρακαλούμε, σήκω να αποδώσουμε δόξα στο Θεό, διότι τα βρήκαμε, παρακάλεσε δε τον Κύριο να σπλαχνιστεί κι εμάς τους αμαρτωλούς και να μας αξιώσει της Βασιλείας Του». Τότε ο γέροντας σηκώθηκε κι έκανε μεγάλη ευχή κι ευχαριστία προς τον Κύριον· έπειτα παρακάλεσαν τον Όσιο ο Ξενοφών και η Μαρία και τους ενέδυσε με το άγιο σχήμα, τους παρήγγειλε δε να μην ιδωθούν ξανά για όλη τους τη ζωή. Μετά από αυτά οι δύο αδελφοί αποχαιρέτησαν τους γονείς τους και ακολούθησαν τον γέροντα στην έρημο, στην οποία και παρέμειναν ασκούμενοι μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αξιώθηκαν δε από τον Θεό να θεραπεύουν κάθε ασθένεια όσων έρχονταν σ’ αυτούς και έλαβαν και προορατικό χάρισμα· έτσι καλώς αγωνιζόμενοι ετελειώθησαν εν Κυρίω. Ο πατέρας τους έστειλε πληρεξούσιο και πούλησε όλα τα υπάρχοντά του, κινητά και ακίνητα, και τα μοίρασε στους φτωχούς· ελευθέρωσε όλους τους δούλους του δίνοντάς τους πλούσια χαρίσματα· τη δε σύζυγό του την έβαλε σε ένα γυναικείο μοναστήρι, κι εκείνη αγωνίστηκε καλώς και ευαρέστησε τον Θεό, κι έφθασε σε μέτρα Αγίων, διότι αφού σε πολλούς τυφλούς και δαιμονισμένους έδωσε την ίαση, αναπαύτηκε εν Κυρίω. Τέλος ο άγιος Ξενοφών αφού ενεδύθηκε τριχίνα έφυγε στην έρημο[3], όπου έζησε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του[4], κι αφού αξιώθηκε μεγάλων μυστηρίων και προορατικού χαρίσματος, κατόπιν αναπαύτηκε κι αυτός εν Κυρίω, γύρω στις αρχές του έκτου αιώνος.

Ο Όσιος πατήρ ημών Ξενοφών έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού[2], η πατρίδα του ήταν η βασιλίδα των πόλεων, η Κωνσταντινούπολη, και ήταν άντρας πλούσιος και ευγενής που απέπνεε την ευσέβεια προς τον Θεό. Είχε δε και μία σύζυγο τη Μαρία, όμοια στην αρετή μ’ εκείνον και δύο γιους τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη, τους οποίους έστειλε στη Βηρυττό, μια που εκεί ήταν τότε τα σχολεία, για να μάθουν τους νόμους και ν’ ασκηθούν. Εκεί λοιπόν αυτοί οι νέοι μάθαιναν τα γράμματα και είχαν μεγάλη φήμη για τις αρετές τους.

Κατά την εποχή εκείνη ασθένησε ο Ξενοφών και προσκάλεσε τα παιδιά του και τους είπε: «παιδιά μου, εγώ ίσως πεθάνω· γνωρίζετε καλά ότι υπήρξα αγαπητός σε όλους για τις αρετές μου· ποτέ δεν εξέβρισα κανέναν, ούτε κορόιδεψα, ούτε οργίσθηκα, ούτε κατέκρινα, ούτε φθόνησα, ούτε ζημίωσα ή πίκρανα κανέναν στο ελάχιστο.

Δεν παραμελούσα την εκκλησιαστική ακολουθία ούτε έδιωξα ποτέ ξένο ή φτωχό από το σπίτι μου, αλλά έδινα σε όλους το κατά δύναμιν. Δεν επιθύμησα ποτέ ομορφιά γυναίκας, ούτε γνώρισα άλλη εκτός από τη μητέρα σας, μέχρι τη στιγμή που γεννηθήκατε εσείς και έκτοτε με κοινή συμφωνία ζούμε εν παρθενία για τον Κύριο· την ορθόδοξη πίστη μου φρόντισα και διατήρησα μέχρι θανάτου· αυτά λοιπόν σας παρακαλώ να κάνετε κι εσείς, αν θέλετε να σας ευλογήσει ο Θεός για να ζήσετε πολλά χρόνια.

Να βοηθάτε τις χήρες και τα ορφανά· να τιμάτε τους ιερωμένους· να επισκέπτεσθε τους ασθενείς. Να αντιλαμβάνεσθε αυτά που έχουν ειπωθεί. Να θυμάστε και να ευλαβείστε τους ασκητές στα όρη, στις σπηλιές και στις οπές της γης, γιατί χάριν αυτών ελεεί ο Κύριος τον κόσμο. Δεν έλειψε ποτέ τράπεζα καλογερική από το σπίτι μου, όπως γνωρίζετε.
Τα μοναστήρια να προστατεύετε, να μην απουσιάζετε από την Εκκλησία, να τιμάτε τη μητέρα σας και να την υπακούτε σ’ ότι σας λέει με σεβασμό κι ευλάβεια, γιατί κι εκείνη τις εντολές του Κυρίου ακολουθεί. Τους υπηρέτες σας να τους αγαπάτε σαν παιδιά σας και όσοι γεράσουν να τους φροντίζετε και να τους τρέφετε μέχρι το θάνατό τους.
Έχετε πλούτο όσο χρειάζεστε, τίποτε δεν σας λείπει στον πρόσκαιρο αυτό κόσμο και αν ποθείτε να κληρονομήσετε και τη Βασιλεία των Ουρανών, τότε να φυλάξετε όλες τις εντολές του Θεού, όπως βλέπατε να κάνω κι εγώ».

Αυτά και άλλα πολλά έλεγε ο άγιος γέροντας, όχι φαρισαϊκά αλλά για να νουθετήσει τα παιδιά του κι εκείνα έκλαιγαν και οδύρονταν λέγοντας: «μη μας εγκαταλείπεις, πατέρα, αλλά παρακάλεσε το Θεό να ζήσεις λίγα ακόμη χρόνια, μέχρι να μας κάνεις ό,τι θέλεις εσύ». Εκείνος, με δάκρυα στα μάτια, τους άφησε να φύγουν και την επομένη το πρωί τους φώναξε πάλι και τους είπε: «από τη στιγμή που με θυμήθηκε ο Θεός κι έπεσα στο κρεβάτι, Τον παρακαλούσα να μου δώσει ζωή για σας, ώστε να σας αποκαταστήσω και να μη χρειάζεστε πια τη φροντίδα μου· κι αυτή τη νύχτα ο Θεός εκπλήρωσε το αίτημά μου, γιατί πρόσταξε να μείνω κι άλλο σ’ αυτόν τον κόσμο, μέχρι να ορίσει η βασιλεία Του».

Ακούγοντας αυτά τα παιδιά του χάρηκαν πολύ και δόξασαν τον Θεό. Κι όταν ο πατέρας ανάρρωσε τους έστειλε πάλι στη Βυρηττό για να ολοκληρώσουν τα μαθήματά τους. Ναυάγησε όμως το πλοίο που τους πήγαινε εκεί, κι εκείνοι με δάκρυα προσεύχονταν επικαλούμενοι τον Θεό και τους Αγίους Του να τους βοηθήσουν, ως εξής: «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ παντοδύναμε, επίβλεψον στη θλίψη μας και λύτρωσέ μας από τον κίνδυνο, για να μπορέσουμε κι εμείς να κάνουμε το θέλημά σου και να αξιωθούμε της Βασιλείας σου· μνήσθητι, Κύριε, τα έργα των γονέων μας και μη μας καλέσεις κοντά σου στα μισά των ημερών μας, αλλά αξίωσέ μας να ζήσουμε κατά το θέλημά σου οι δούλοι σου».

Τότε οι ναύτες, βλέποντας τον κίνδυνο, μπήκαν στη λέμβο για να σωθούν. Τα παιδιά βλέποντας την πλήρη εγκατάλειψη του πλοίου, αλληλοσυγχωρέθηκαν και έκλαιγαν αγκαλιασμένοι λέγοντας: «Σώζεσθε, δούλοι και πάντες οι του σπιτιού μας. Σώζεσθε πολυαγαπημένοι γονείς. Να σωθείς κι εσύ αγαπημένε μου αδελφέ. Πού είναι τώρα τα πράγματα του πατέρα μας; Πού είναι η φιλόσοφη εκπαίδευση; Πού είναι τα έργα και οι αρετές των γονέων μας; Πού είναι οι προσευχές των μοναχών; Σε τίποτα δεν μέτρησαν; Όλα άκυρα έγιναν; Δεν βρέθηκε κάποιος άξιος του Θεού από τους φίλους και τους δούλους Του, τους οποίους φιλοξένησαν οι γονείς μας, ώστε με τις προσευχές τους να μας σώσει ο Κύριος; Ναι, αδελφέ μου, όλοι είναι καλοί και άξιοι, αλλά εμείς είμαστε ανάξιοι αυτής της ζωής. Οι αμαρτίες μας εξαφάνισαν τις αρετές των γονέων μας, γι’ αυτό μας εγκατέλειψε ο Θεός». Λέγοντας αυτά και άλλα πολλά, ασπάστηκαν ο ένας τον άλλο και τότε το πλοίο σχίστηκε στα δύο. Αυτοί δε, πιάνοντας ο καθένας από ένα κομμάτι ξύλου, επέπλεαν πάνω σ’ αυτό όπως μπορούσαν και κυβερνημένοι από τη Χάρη του Θεού, βγήκαν στα μέρη της Τύρου, ο μεν Ιωάννης στην Μεληφθά, ο δε Αρκάδιος στην Τετραπυργία.
Αφού λοιπόν βγήκε από τη θάλασσα ο Ιωάννης μονολογούσε: «πού να πάω τώρα γυμνός, να περάσω το υπόλοιπο της ζωής; Δοξασμένο να είναι το όνομα του Θεού! Καλύτερα να έχω πτωχεία και ταπείνωση, παρά ζωή πλούσια και μάταιη. Γι’ αυτό δεν επάκουσε ο Θεός τη δέησή μας, γιατί γνωρίζει, σαν αγαθός, ποιο είναι το συμφέρον του καθενός μας και όλα τα οικονομεί με σοφία και πρόνοια. Εμείς όμως, στην άγνοιά μας, Του ζητούμε πράγματα ανώφελα· πάντα όμως η Χάρις Του μάς δίνει τα ψυχωφελή και τα πρέποντα! Ας πάω να ησυχάσω σ’ ένα μοναστήρι». Μετά από αυτή την ευχαριστία προς τον Κύριο, προσευχήθηκε και για τον Αρκάδιο, δεόμενος στο Θεό να τον λυτρώσει κι αυτόν και να του δώσει αγαθό λογισμό, ώστε να γίνει μοναχός. Περπατώντας λοιπόν σ’ εκείνα τα μέρη βρίσκει ένα μοναστήρι και αφού χτύπησε την πόρτα ήρθε ο θυρωρός και βλέποντάς τον γυμνό, άνοιξε την πόρτα και τον έντυσε με ράσα. Κατόπιν του έστρωσε το τραπέζι, τον περιποιήθηκε κι αφού απόφαγε τον ρώτησε από πού ήταν. Εκείνος αποκρίθηκε: «είμαι άνθρωπος ξένος, που ναυάγησε και σώθηκε με τις ευχές της αγιοσύνης σας». Ο δε μοναχός έκλαψε για λίγο, με κατάνυξη στην καρδιά κι αφού δόξασε τον Θεό είπε στον Ιωάννη: «και τώρα, παιδί μου, πού θέλεις να πας;» Ο δε είπε: «θέλω, αν θέλει ο Κύριος, να γίνω μοναχός». Κι ο μοναχός του είπε: «στ’ αλήθεια, παιδί μου, διάλεξες καλό έργο, θα μιλήσω στον ηγούμενο κι ότι του νεύσει ο Θεός στην καρδιά του, αυτό να κάνεις και θα σωθείς». Ο ηγούμενος ακούγοντας, τον καθοδήγησε στις τάξεις της μοναχικής πολιτείας κι αφού τον σφράγισε με τον τίμιο Σταυρό, τον ενέδυσε με το άγιο σχήμα. Έμεινε εκεί ο Ιωάννης στο μοναστήρι, νηστεύοντας, αγρυπνώντας και προσευχόμενος πάντοτε· είχε όμως πολλή θλίψη για τον αδελφό του, νομίζοντας ότι πνίγηκε.
Ο δε Αρκάδιος, αφού βγήκε κι αυτός από τη θάλασσα, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσκύνησε τον Κύριο λέγοντας: «Σε ευχαριστώ, Θεέ του πατέρα και της μητέρας μου, που δεν με άφησες να καταποντισθώ, και παρακαλώ την ευσπλαχνία σου, όπως έσωσες εμένα, έτσι να σώσεις και τον αδελφό μου και να με αξιώσεις να τον δω πριν να πεθάνω». Αφού είπε αυτά έφυγε σε κάποια χώρα εκεί κοντά και του έδωσαν τροφή και ρούχα. Αφού έφαγε ξεκουράστηκε για λίγο· εκεί που κοιμόταν έξω από τον ναό βλέπει σε όραμα τον Ιωάννη να του λέει: «αδελφέ μου Αρκάδιε, γιατί κλαις για μένα;» κι αμέσως ξύπνησε και περιχαρής ευχαρίστησε τον Κύριο και σκεφτόταν αυτά: «Να επιστρέψω στα μαθήματά μου; Και ποιο το όφελος; Όλα αυτά είναι πρόσκαιρα και μάταια. Πάντοτε άκουγα τον πατέρα μου να επαινεί την αγγελική πολιτεία των μοναχών· λοιπόν, ας γίνω μοναχός και θα με βοηθήσει ο Κύριος». Λέγοντας λοιπόν την ευχή βάδιζε προς την Ιερουσαλήμ και φθάνοντας εκεί προσκύνησε τους Αγίους Τόπους· έπειτα πήγε να προσκυνήσει στα μοναστήρια και πέρασε από όλα.
Κάποια μέρα λοιπόν κι ενώ πορεύονταν ο Αρκάδιος συνάντησε κάποιον γέροντα άγιο και προορατικό κι αφού τον προσκύνησε του είπε: «Για το Θεό, πάτερ άγιε, παρακάλεσε τον Κύριο, γιατί είμαι σε μεγάλη θλίψη». Ο γέροντας του είπε: «μη λυπάσαι, τέκνο μου, γιατί ζει ο αδελφός σου· όλοι όσοι ήταν στο πλοίο σώθηκαν και έγιναν μοναχοί, το ίδιο και ο αδελφός σου, και πρόκειται να τον συναντήσεις όπως και τον πατέρα σου και τη μητέρα σου πριν πεθάνεις». Ακούγοντας αυτά ο Αρκάδιος ταράχθηκε από το προορατικό χάρισμα του ανδρός και πέφτοντας στα πόδια του, με δάκρυα τον παρακαλούσε λέγοντας: «αφού ο Θεός σου φανέρωσε τα πάντα για μένα, σε παρακαλώ, κάνε με μοναχό». Κι εκείνος είπε: «ευλογητός ο Κύριος, παιδί μου, ακολούθησέ με». Έφυγαν λοιπόν και πήγαν στον Μοναστήρι του Αγίου Σάββα κι έδωσε ο γέροντας στον Αρκάδιο το κελί του, στο οποίο κατοικούσε για 50 χρόνια, έμεινε δε μαζί του για ένα χρόνο διδάσκοντάς του τον κανόνα της μοναδικής πολιτείας· κατόπιν ο γέροντας έφυγε για την έρημο αφού αποχαιρέτισε τον Αρκάδιο κι αφού του υποσχέθηκε ότι θα επανέλθει μετά τρία χρόνια για να δει την πρόοδό του. Έμεινε λοιπόν στο κελί ο Αρκάδιος, κάνοντας με προθυμία όσα διδάχθηκε από τον Άγιο.
Πέρασαν δύο χρόνια και χωρίς να γνωρίζει ο Ξενοφών για το ναυάγιο των παιδιών του και μη έχοντας καμία πληροφορία από αυτούς, έστειλε άνθρωπο στη Βηρυττό, να μάθει πώς είναι. Ο απεσταλμένος πήγε κι αφού ερεύνησε με ακρίβεια πήρε την απάντηση ότι από τη στιγμή που έστειλε ο πατέρας τους και τους πήρε από εκεί, δεν επέστρεψαν. Οπότε αναχώρησε εκείνος από τη Βηρυττό για την Αθήνα, με σκοπό να ρωτήσει μήπως βρίσκονται εκεί. Πηγαίνοντας εκεί, κάποιο βράδυ έμεινε σ’ ένα ξενοδοχείο, στο οποίο βλέπει έναν σύνδουλό του με ράσο καλογερικό και τον ρώτησε ιδιαιτέρως λέγοντας: «εσύ δεν είσαι ο τάδε, ο οποίος πήγες με τα παιδιά του κυρίου μας στη Βηρυττο;» κι εκείνος είπε «ναι». Και του λέει ο απεσταλμένος: «και πού είναι τα παιδιά;» Τότε δάκρυσε ο μοναχός λέγοντας: «στη θάλασσα, πνίγηκαν, και νομίζω πως μόνον εγώ σώθηκα. Γι’ αυτό έγινα μοναχός, δεν θέλησα να γίνω άγγελος κακών των κυρίων μου, και να, πηγαίνω στα Ιεροσόλυμα».
Ακούγοντας αυτά ο απεσταλμένος έκλαψε λέγοντας: «αλίμονό μου, κύριοί μου! Ποιος να αναγγείλει στον πατέρα σας τον ξαφνικό και πριν την ώρα του θάνατό σας; Πώς να υποφέρει η μητέρα σας τον πόνο; Ποιος να κληρονομήσει τις αρετές και τον πλούτο τους; Ποιος να υποδέχεται τους ξένους, να ετοιμάζει τραπέζι στους φτωχούς και να επισκέπτεται τους φυλακισμένους; Ποιος να φροντίζει τις εκκλησίες και τα μοναστήρια; Αλίμονό μου, ο άθλιος! Όλοι οι φτωχοί φωνάξτε και θρηνείστε, γιατί χάθηκε η άνεση σας, σας άρπαξαν το θησαυρό σας και αφανίστηκε η χαρά σας. Αλίμονο σε μένα τον ταλαίπωρο, τι να κάνω; Να επιστρέψω στον κύριό μου; Και πώς να του αναγγείλω τέτοιο πικρότατο άγγελμα; Ποιος ν’ ακούσει τους στεναγμούς και τα δάκρυα φίλων και γειτόνων, τη λύπη του βασιλιά και των υπολοίπων αρχόντων του παλατιού και των συγγενών του κυρίου μου;» Αυτά και άλλα τέτοια μονολογούσε και τον παρηγορούσαν όσοι βρέθηκαν εκεί και του έλεγαν: «Σταμάτησε, αδελφέ, τον πολύ θρήνο, για να μην πεθάνεις από την πολύ λύπη. Αλλά πήγαινε και πες τα στον κύριό σου, μην τυχόν τα μάθει από άλλους και γι’ αυτό σε καταρασθεί και εξαφανισθείς από το βιβλίο των ζώντων». Δέχθηκε αυτές τις συμβουλές και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, κι αφού μπήκε στο σπίτι του κυρίου του καθόταν σκυθρωπός και λυπημένος.
Μόλις έμαθε η Μαρία ότι ήλθε ο δούλος, τον κάλεσε και τον ρώτησε πώς είναι τα παιδιά της. Εκείνος της είπε: «καλά είναι». Και του λέει: «πού είναι οι επιστολές, τις οποίες σου έδωσαν;» Κι εκείνος αποκρίθηκε: «στο δρόμο, καθώς ερχόμουν, τις έχασα». Τότε άρχισε να ταράζεται η καρδιά της και του λέει: «για όνομα του Θεού, πες μου όλη την αλήθεια». Και τότε έβαλε φωνή μεγάλη και είπε με δάκρυα στα μάτια: «αλίμονο, κυρία μου, γιατί έχασες το φως σου μέσα στη θάλασσα!» Εκείνη, μόλις το άκουσε αυτό, ευχαρίστησε το Θεό και είπε στο δούλο: «σώπασε και να μην το πεις σε κανέναν. Ο Θεός τα έδωσε, ο Θεός και τα πήρα· έτσι θέλησε ο Κύριος, έτσι και έγινε. Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου, από του νυν και έως του αιώνος». Το απόγευμα ήρθε κι ο Ξενοφών από τα ανάκτορα συνοδευόμενος από πολλούς, κι αφού αποχαιρέτισε εκείνους που τον συνόδευαν, κάθισε να φάει, μια που αυτή ήταν η συνήθειά του, να τρώει μία φορά την ημέρα, το απόγευμα. Κάθισε λοιπόν στο τραπέζι και του είπε η γυναίκα του: «Κύριέ μου, ήλθε ο άνθρωπος που είχες στείλει στη Βηρυττό». Και ο άγιος Ξενοφών είπε: «Δόξα σοι ο Θεός, ας έλθει να τον ρωτήσω». Εκείνη του αποκρίθηκε: «Είναι πολύ κουρασμένος κι έπεσε να αναπαυθεί». Της λέει: «Φέρε μου τις επιστολές, να δω τι μας γράφουν τα παιδιά μας».
Εκείνη τότε, μη μπορώντας να κρατήσει τον πόνο της, δάκρυσε. Ο δε Ξενοφών της είπε: «Γιατί κλαις; Αρρώστησαν τα παιδιά μας;» Εκείνη απάντησε: «Μακάρι να ήταν άρρωστα· αλλά χάσαμε τα μαργαριτάρια μας στη θάλασσα». Τότε ο γέροντας αναστέναξε κι ευχαρίστησε το Θεό λέγοντας: «Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου. Μη λυπάσαι, κυρία μου, κι ο Θεός δεν άφησε να μου συμβεί τέτοια λύπη στα γηρατειά μου, μια που όπως νομίζω κράτησα όλες τις εντολές Του. Ας αγρυπνήσουμε αυτή τη νύχτα προσευχόμενοι και ας παρακαλέσουμε το Θεό να μας φανερώσει τι απέγιναν τα παιδιά μας». Προσευχόμενοι λοιπόν όλη τη νύχτα στα γόνατα, το πρωί λόγω κόπωσης αποκοιμήθηκαν και βλέπουν όραμα και οι δύο ότι τα παιδιά τους στέκονται μπροστά στο Χριστό και έχουν στα κεφάλια τους στέφανα λαμπρά και πολύτιμα. Και το στεφάνι του μεν Ιωάννη ήταν κοσμημένο με ανεκτίμητα πετράδια, του δε Αρκαδίου με λαμπρότατα αστέρια· και οι δύο δε κρατούσαν χρυσάφι στα χέρια τους. Μόλις ξύπνησαν διηγήθηκαν το όραμα ο ένας στον άλλο και είπε ο μακάριος Ξενοφών: «αλήθεια, γυναίκα, μεγάλης τιμής αξιώθηκαν οι γιοί μας και νομίζω ότι είναι στα Ιεροσόλυμα. Λοιπόν, ας πάμε να τους βρούμε και να προσκυνήσουμε και τους Αγίους Τόπους».
Αφού λοιπόν πήραν μαζί τους πολύ πλούτο, έφυγαν με μερικούς από τους υπηρέτες τους για την Αγία Πόλη· εκεί προσκύνησαν με ευλάβεια όλους τους τόπους εκείνους, δίνοντας παντού μεγάλη ελεημοσύνη και περιφερόμενοι ρωτούσαν και για τους γιούς τους, αλλά δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτε για κείνους. Βρήκαν όμως έναν από τους υπηρέτες, τον οποίον είχαν στείλει μαζί τους στη Βηρυττό, να φοράει ένδυμα μοναχού, κι αμέσως μόλις τον είδαν του έβαλαν μετάνοια. Εκείνος τους προσκύνησε λέγοντας: «μην κάνετε έτσι, κύριοί μου, μην βάζετε μετάνοια σ’ εμένα, τον υπηρέτη σας». Του λέει τότε ο άγιος Ξενοφών: «το σχήμα το άγιο που φοράς ετίμησα· και σε παρακαλώ μη λυπάσαι, αλλά πες μας τι απέγιναν τα παιδιά μας». Ο δε τους απάντησε: «δεν γνωρίζω· γιατί καθώς συνετρίβη το καράβι, ο καθένας φρόντιζε πώς να σωθεί ο ίδιος. Οπότε μόνον ο Θεός γνωρίζει αν ζουν ή αν πέθαναν». Τότε ο Ξενοφών θέλησε να πάει να προσκυνήσει και στα μέρη του Ιορδάνου και να μοιράσει και στους εκεί μοναχούς ελεημοσύνη.
Στο δρόμο λοιπόν, κατεβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα, συνάντησαν τον γέροντα του Αρκαδίου, και αφού έπεσαν στα πόδια του, του ζητούσαν ευλογία. Εκείνος αφού τους ευχήθηκε τους λέει: «Τι ανάγκασε τον κύριο Ξενοφώντα και την κυρία Μαρία να έλθουν στα Ιεροσόλυμα; Ασφαλώς τίποτε άλλο παρά ο πόθος των παιδιών σας. Μη λυπάστε, προσθέτει ο γέροντας, γιατί τα παιδιά σας είναι ζωντανά κι ο Θεός θα σας φανερώσει τη δόξα τους. Πηγαίνετε όμως στον Ιορδάνη ποταμό, ως καλοί εργάτες του αμπελώνος Χριστού του Θεού, και όταν επιστρέψετε θα δείτε τα παιδιά σας». Τον αποχαιρέτισαν και έφυγαν, βαδίζοντας το δρόμο τους, ο δε άγιος γέροντας πορεύτηκε στα Ιεροσόλυμα κι αφού προσκύνησε κάθισε στο έδαφος, κοντά στο Γολγοθά, και να, κατ’ οικονομίαν Θεού, ο Ιωάννης, ο πρώτος γιος του Ξενοφώντα, ήλθε να προσκυνήσει κι αυτός τους Αγίους Τόπους. Μόλις είδε το γέροντα του έβαλε μετάνοια· κι εκείνος του ευχήθηκε λέγοντας: «πού ήσουν μέχρι τώρα, κυρ-Ιωάννη; Ήρθαν οι γονείς σου και σε γύρευαν, κι εσύ πάλι σίγουρα ήρθες γυρεύοντας τον αδελφό σου». Ο Ιωάννης τότε πέφτοντας στα γόνατα του γέροντα, λέει: «σε παρακαλώ, πάτερ Άγιε, πες μου για όνομα του Θεού, πού είναι ο αδελφός μου; Γιατί μέχρι σήμερα δεν με πληροφόρησε ο Κύριος αν ζει, μόνο σήμερα τ’ ακούω αυτό από το άγιό σου στόμα».
Ενώ τα έλεγε αυτά, να έρχεται και ο Αρκάδιος για να προσκυνήσει, και τόσο ήταν ταλαιπωρημένο το σώμα του από την πολλή εγκράτεια ώστε τα μάτια του είχαν βαθουλώσει· προσκύνησε τον άγιο γέροντα και είπε: «πάτερ τίμιε, άφησες το χωράφι σου τρία χρόνια τώρα που δεν το επισκέφτηκες και γέμισε αγκάθια· που σημαίνει ότι θα κοπιάσεις πάρα πολύ για να το καθαρίσεις». Κι εκείνος αποκρίθηκε: «καθημερινά, παιδί μου, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος επισκεπτόμουν αοράτως το χωράφι μου και ελπίζω στον Θεό ότι δεν έχει αγκάθια, αλλά καλούς καρπούς, από τους οποίους τρώει και πίνει ο βασιλεύς Χριστός και ευφραίνεται». Αφού κάθισαν και αυτοί ρώτησε ο γέροντας τον Ιωάννη να πει ποια είναι η πατρίδα του. Εκείνος αποκρίθηκε: «ξένος και αμαρτωλός είμαι, πάτερ τίμιε, και παρακαλώ τον Θεό, να με ελεήσει με τις ευχές σας». «Την πατρίδα σου πες μας, αυτή στην οποία γεννήθηκες, την ανατροφή σου και τη γενιά σου, κι έτσι θα δοξασθεί ο Θεός». Τότε ο Ιωάννης διηγήθηκε τα πάντα· μη μπορώντας ο Αρκάδιος να κρατήσει τα δάκρυά του σηκώθηκε και λέει στο γέροντα: «αυτός είναι ο αδελφός μου!» Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Παιδί μου, εγώ το γνώριζα αυτό, αλλά δεν ήθελα να σας το πω, μέχρι να αναγνωριστείτε μόνοι σας». Τότε, με προσταγή του γέροντα, αγκαλιάστηκαν και ασπάσθηκαν μεταξύ τους ευχαριστώντας τον Θεό, που τους αξίωσε να δουν ο ένας τον άλλο με αυτό το μοναχικό σχήμα.
Ύστερα από δύο ημέρες ήλθαν και οι γονείς τους από τον Ιορδάνη με πολλή παρρησία και συνοδεία ανθρώπων και αφού προσκύνησαν τον Άγιον Τάφον και τον Γολγοθά έριξαν κι εκεί πολλά φλουριά και βγαίνοντας από τον ναό βλέπουν τον άγιο γέροντα και τον προσκυνούν, λέγοντάς του τα εξής: «Στο όνομα του Κυρίου, εκπλήρωσε την υπόσχεσή σου και δείξε μας τα παιδιά μας». Κι ενώ εκείνα παρευρίσκοντο εκεί, τα πρόσταξε να μη μιλήσουν καθόλου· γιατί οι γονείς τους δεν τα αναγνώρισαν καθόλου μια που από την πολλή εγκράτεια είχαν αλλοιωθεί τα χαρακτηριστικά τους. Έτσι ο γέροντας είπε στους γονείς: «πηγαίνετε να ετοιμάσετε πλούσιο τραπέζι να μας φιλεύσετε μαζί με αυτούς τους μαθητές μου και εκεί θα σας πω πού είναι τα παιδιά σας». Ο Ξενοφών χάρηκε πολύ και φεύγοντας ετοίμασε την τράπεζα. Ο γέροντας είπε στα παιδιά: «ας πάμε, παιδιά μου, στην αγάπη του πατέρα σας, αυτό δεν σας βλάπτει· μόνο να φυλάγεστε και να μην μιλήσετε καθόλου μέχρι να σας πω· μάθετε δε κι αυτό, ότι όσους κόπους κι αν κάνετε δεν φθάνετε στα μέτρα των γονέων σας, γιατί ακόμη και να μιλήσει κανείς μαζί τους οφελείται».
Πήγαν λοιπόν και οι τρεις εκεί που ήταν ο Ξενοφών, ο οποίος τους δέχθηκε σαν αγγέλους του Θεού και αφού κάθισαν έτρωγαν όλοι μαζί. Ο δε Ξενοφών είπε: «πώς είναι τα παιδιά μας, τίμιε Πάτερ;» Εκείνος απάντησε: «καλά είναι και αγωνίζονται να σωθούν». Είπαν οι γονείς: «ας τους αναδείξει ο Θεός άξιους εργάτες του αμπελώνα του, για να λυτρώσουν κι εμάς από το αιώνιο πυρ της κολάσεως». Βλέποντας δε ο Ξενοφών τη θαυμαστή ευταξία, τα χρηστά ήθη και την ευλάβεια των δύο μοναχών, είπε στο γέροντα: «στ’ αλήθεια, τίμιε Πάτερ, έχεις καλούς μαθητές και η ψυχή μου πολύ τους αγάπησε και βλέπω ότι είναι άξιοι του Θεού, αλλά να παρακαλάς τον Κύριο να γίνουν όμοιά τους και τα παιδιά μας.» Κι ο γέροντας είπε: «Αμήν». Έπειτα λέει προς τον Αρκάδιο: «πες μου, από ποιο μέρος είσαι και ποιων γονέων γιος είσαι;» Εκείνος αποκρίθηκε: «εγώ, τίμιε Πάτερ, ήμουν από την Κωνσταντινούπολη, γιος πλούσιων γονέων, ο δε πατέρας μου ήταν συγκλητικός· είχα δε κι έναν άλλο αδελφό, μαζί με τον οποίο μας έστειλαν οι γονείς μας στη Βηρυττό, για να τελειώσουμε τις σπουδές μας· ενώ όμως πλέαμε συνετρίβη το πλοίο και εγώ σώθηκα με τη βοήθεια του Θεού με ένα σανίδι». Αφού άκουσαν αυτά οι γονείς, δεν περίμεναν να τελειώσει τα υπόλοιπα· αλλά σηκώθηκαν με δάκρυα και τους αγκάλιαζαν λέγοντας: «αυτά είναι τα παιδιά μας, τίμιε Πάτερ! Και σε παρακαλούμε, σήκω να αποδώσουμε δόξα στο Θεό, διότι τα βρήκαμε, παρακάλεσε δε τον Κύριο να σπλαχνιστεί κι εμάς τους αμαρτωλούς και να μας αξιώσει της Βασιλείας Του».
Τότε ο γέροντας σηκώθηκε κι έκανε μεγάλη ευχή κι ευχαριστία προς τον Κύριον· έπειτα παρακάλεσαν τον Όσιο ο Ξενοφών και η Μαρία και τους ενέδυσε με το άγιο σχήμα, τους παρήγγειλε δε να μην ιδωθούν ξανά για όλη τους τη ζωή. Μετά από αυτά οι δύο αδελφοί αποχαιρέτησαν τους γονείς τους και ακολούθησαν τον γέροντα στην έρημο, στην οποία και παρέμειναν ασκούμενοι μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αξιώθηκαν δε από τον Θεό να θεραπεύουν κάθε ασθένεια όσων έρχονταν σ’ αυτούς και έλαβαν και προορατικό χάρισμα· έτσι καλώς αγωνιζόμενοι ετελειώθησαν εν Κυρίω. Ο πατέρας τους έστειλε πληρεξούσιο και πούλησε όλα τα υπάρχοντά του, κινητά και ακίνητα, και τα μοίρασε στους φτωχούς· ελευθέρωσε όλους τους δούλους του δίνοντάς τους πλούσια χαρίσματα· τη δε σύζυγό του την έβαλε σε ένα γυναικείο μοναστήρι, κι εκείνη αγωνίστηκε καλώς και ευαρέστησε τον Θεό, κι έφθασε σε μέτρα Αγίων, διότι αφού σε πολλούς τυφλούς και δαιμονισμένους έδωσε την ίαση, αναπαύτηκε εν Κυρίω. Τέλος ο άγιος Ξενοφών αφού ενεδύθηκε τριχίνα έφυγε στην έρημο[3], όπου έζησε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του[4], κι αφού αξιώθηκε μεγάλων μυστηρίων και προορατικού χαρίσματος, κατόπιν αναπαύτηκε κι αυτός εν Κυρίω, γύρω στις αρχές του έκτου αιώνος.[/caption] Ο Όσιος πατήρ ημών Ξενοφών έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού, η πατρίδα του ήταν η βασιλίδα των πόλεων, η Κωνσταντινούπολη, και ήταν άντρας πλούσιος και ευγενής που απέπνεε την ευσέβεια προς τον Θεό.Είχε δε και μία σύζυγο τη Μαρία, όμοια στην αρετή μ’ εκείνον και δύο γιους τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη, τους οποίους έστειλε στη Βηρυττό, μια που εκεί ήταν τότε τα σχολεία, για να μάθουν τους νόμους και ν’ ασκηθούν.

Εκεί λοιπόν αυτοί οι νέοι μάθαιναν τα γράμματα και είχαν μεγάλη φήμη για τις αρετές τους.

Κατά την εποχή εκείνη ασθένησε ο Ξενοφών και προσκάλεσε τα παιδιά του και τους είπε: «παιδιά μου, εγώ ίσως πεθάνω· γνωρίζετε καλά ότι υπήρξα αγαπητός σε όλους για τις αρετές μου· ποτέ δεν εξέβρισα κανέναν, ούτε κορόιδεψα, ούτε οργίσθηκα, ούτε κατέκρινα, ούτε φθόνησα, ούτε ζημίωσα ή πίκρανα κανέναν στο ελάχιστο. Δεν παραμελούσα την εκκλησιαστική ακολουθία ούτε έδιωξα ποτέ ξένο ή φτωχό από το σπίτι μου, αλλά έδινα σε όλους το κατά δύναμιν.

Δεν επιθύμησα ποτέ ομορφιά γυναίκας, ούτε γνώρισα άλλη εκτός από τη μητέρα σας, μέχρι τη στιγμή που γεννηθήκατε εσείς και έκτοτε με κοινή συμφωνία ζούμε εν παρθενία για τον Κύριο· την ορθόδοξη πίστη μου φρόντισα και διατήρησα μέχρι θανάτου· αυτά λοιπόν σας παρακαλώ να κάνετε κι εσείς, αν θέλετε να σας ευλογήσει ο Θεός για να ζήσετε πολλά χρόνια.

Να βοηθάτε τις χήρες και τα ορφανά· να τιμάτε τους ιερωμένους· να επισκέπτεσθε τους ασθενείς. Να αντιλαμβάνεσθε αυτά που έχουν ειπωθεί. Να θυμάστε και να ευλαβείστε τους ασκητές στα όρη, στις σπηλιές και στις οπές της γης, γιατί χάριν αυτών ελεεί ο Κύριος τον κόσμο. Δεν έλειψε ποτέ τράπεζα καλογερική από το σπίτι μου, όπως γνωρίζετε. Τα μοναστήρια να προστατεύετε, να μην απουσιάζετε από την Εκκλησία, να τιμάτε τη μητέρα σας και να την υπακούτε σ’ ότι σας λέει με σεβασμό κι ευλάβεια, γιατί κι εκείνη τις εντολές του Κυρίου ακολουθεί. Τους υπηρέτες σας να τους αγαπάτε σαν παιδιά σας και όσοι γεράσουν να τους φροντίζετε και να τους τρέφετε μέχρι το θάνατό τους. Έχετε πλούτο όσο χρειάζεστε, τίποτε δεν σας λείπει στον πρόσκαιρο αυτό κόσμο και αν ποθείτε να κληρονομήσετε και τη Βασιλεία των Ουρανών, τότε να φυλάξετε όλες τις εντολές του Θεού, όπως βλέπατε να κάνω κι εγώ».

Αυτά και άλλα πολλά έλεγε ο άγιος γέροντας, όχι φαρισαϊκά αλλά για να νουθετήσει τα παιδιά του κι εκείνα έκλαιγαν και οδύρονταν λέγοντας: «μη μας εγκαταλείπεις, πατέρα, αλλά παρακάλεσε το Θεό να ζήσεις λίγα ακόμη χρόνια, μέχρι να μας κάνεις ό,τι θέλεις εσύ».

Εκείνος, με δάκρυα στα μάτια, τους άφησε να φύγουν και την επομένη το πρωί τους φώναξε πάλι και τους είπε: «από τη στιγμή που με θυμήθηκε ο Θεός κι έπεσα στο κρεβάτι, Τον παρακαλούσα να μου δώσει ζωή για σας, ώστε να σας αποκαταστήσω και να μη χρειάζεστε πια τη φροντίδα μου· κι αυτή τη νύχτα ο Θεός εκπλήρωσε το αίτημά μου, γιατί πρόσταξε να μείνω κι άλλο σ’ αυτόν τον κόσμο, μέχρι να ορίσει η βασιλεία Του». Ακούγοντας αυτά τα παιδιά του χάρηκαν πολύ και δόξασαν τον Θεό.

Κι όταν ο πατέρας ανάρρωσε τους έστειλε πάλι στη Βυρηττό για να ολοκληρώσουν τα μαθήματά τους. Ναυάγησε όμως το πλοίο που τους πήγαινε εκεί, κι εκείνοι με δάκρυα προσεύχονταν επικαλούμενοι τον Θεό και τους Αγίους Του να τους βοηθήσουν, ως εξής: «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ παντοδύναμε, επίβλεψον στη θλίψη μας και λύτρωσέ μας από τον κίνδυνο, για να μπορέσουμε κι εμείς να κάνουμε το θέλημά σου και να αξιωθούμε της Βασιλείας σου· μνήσθητι, Κύριε, τα έργα των γονέων μας και μη μας καλέσεις κοντά σου στα μισά των ημερών μας, αλλά αξίωσέ μας να ζήσουμε κατά το θέλημά σου οι δούλοι σου».

Τότε οι ναύτες, βλέποντας τον κίνδυνο, μπήκαν στη λέμβο για να σωθούν. Τα παιδιά βλέποντας την πλήρη εγκατάλειψη του πλοίου, αλληλοσυγχωρέθηκαν και έκλαιγαν αγκαλιασμένοι λέγοντας: «Σώζεσθε, δούλοι και πάντες οι του σπιτιού μας. Σώζεσθε πολυαγαπημένοι γονείς. Να σωθείς κι εσύ αγαπημένε μου αδελφέ. Πού είναι τώρα τα πράγματα του πατέρα μας; Πού είναι η φιλόσοφη εκπαίδευση; Πού είναι τα έργα και οι αρετές των γονέων μας; Πού είναι οι προσευχές των μοναχών; Σε τίποτα δεν μέτρησαν; Όλα άκυρα έγιναν; Δεν βρέθηκε κάποιος άξιος του Θεού από τους φίλους και τους δούλους Του, τους οποίους φιλοξένησαν οι γονείς μας, ώστε με τις προσευχές τους να μας σώσει ο Κύριος; Ναι, αδελφέ μου, όλοι είναι καλοί και άξιοι, αλλά εμείς είμαστε ανάξιοι αυτής της ζωής. Οι αμαρτίες μας εξαφάνισαν τις αρετές των γονέων μας, γι’ αυτό μας εγκατέλειψε ο Θεός». Λέγοντας αυτά και άλλα πολλά, ασπάστηκαν ο ένας τον άλλο και τότε το πλοίο σχίστηκε στα δύο. Αυτοί δε, πιάνοντας ο καθένας από ένα κομμάτι ξύλου, επέπλεαν πάνω σ’ αυτό όπως μπορούσαν και κυβερνημένοι από τη Χάρη του Θεού, βγήκαν στα μέρη της Τύρου, ο μεν Ιωάννης στην Μεληφθά, ο δε Αρκάδιος στην Τετραπυργία.

Αφού λοιπόν βγήκε από τη θάλασσα ο Ιωάννης μονολογούσε: «πού να πάω τώρα γυμνός, να περάσω το υπόλοιπο της ζωής; Δοξασμένο να είναι το όνομα του Θεού! Καλύτερα να έχω πτωχεία και ταπείνωση, παρά ζωή πλούσια και μάταιη. Γι’ αυτό δεν επάκουσε ο Θεός τη δέησή μας, γιατί γνωρίζει, σαν αγαθός, ποιο είναι το συμφέρον του καθενός μας και όλα τα οικονομεί με σοφία και πρόνοια. Εμείς όμως, στην άγνοιά μας, Του ζητούμε πράγματα ανώφελα· πάντα όμως η Χάρις Του μάς δίνει τα ψυχωφελή και τα πρέποντα! Ας πάω να ησυχάσω σ’ ένα μοναστήρι». Μετά από αυτή την ευχαριστία προς τον Κύριο, προσευχήθηκε και για τον Αρκάδιο, δεόμενος στο Θεό να τον λυτρώσει κι αυτόν και να του δώσει αγαθό λογισμό, ώστε να γίνει μοναχός. Περπατώντας λοιπόν σ’ εκείνα τα μέρη βρίσκει ένα μοναστήρι και αφού χτύπησε την πόρτα ήρθε ο θυρωρός και βλέποντάς τον γυμνό, άνοιξε την πόρτα και τον έντυσε με ράσα. Κατόπιν του έστρωσε το τραπέζι, τον περιποιήθηκε κι αφού απόφαγε τον ρώτησε από πού ήταν. Εκείνος αποκρίθηκε: «είμαι άνθρωπος ξένος, που ναυάγησε και σώθηκε με τις ευχές της αγιοσύνης σας». Ο δε μοναχός έκλαψε για λίγο, με κατάνυξη στην καρδιά κι αφού δόξασε τον Θεό είπε στον Ιωάννη: «και τώρα, παιδί μου, πού θέλεις να πας;» Ο δε είπε: «θέλω, αν θέλει ο Κύριος, να γίνω μοναχός». Κι ο μοναχός του είπε: «στ’ αλήθεια, παιδί μου, διάλεξες καλό έργο, θα μιλήσω στον ηγούμενο κι ότι του νεύσει ο Θεός στην καρδιά του, αυτό να κάνεις και θα σωθείς». Ο ηγούμενος ακούγοντας, τον καθοδήγησε στις τάξεις της μοναχικής πολιτείας κι αφού τον σφράγισε με τον τίμιο Σταυρό, τον ενέδυσε με το άγιο σχήμα. Έμεινε εκεί ο Ιωάννης στο μοναστήρι, νηστεύοντας, αγρυπνώντας και προσευχόμενος πάντοτε· είχε όμως πολλή θλίψη για τον αδελφό του, νομίζοντας ότι πνίγηκε.

Ο δε Αρκάδιος, αφού βγήκε κι αυτός από τη θάλασσα, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσκύνησε τον Κύριο λέγοντας: «Σε ευχαριστώ, Θεέ του πατέρα και της μητέρας μου, που δεν με άφησες να καταποντισθώ, και παρακαλώ την ευσπλαχνία σου, όπως έσωσες εμένα, έτσι να σώσεις και τον αδελφό μου και να με αξιώσεις να τον δω πριν να πεθάνω». Αφού είπε αυτά έφυγε σε κάποια χώρα εκεί κοντά και του έδωσαν τροφή και ρούχα. Αφού έφαγε ξεκουράστηκε για λίγο· εκεί που κοιμόταν έξω από τον ναό βλέπει σε όραμα τον Ιωάννη να του λέει: «αδελφέ μου Αρκάδιε, γιατί κλαις για μένα;» κι αμέσως ξύπνησε και περιχαρής ευχαρίστησε τον Κύριο και σκεφτόταν αυτά: «Να επιστρέψω στα μαθήματά μου; Και ποιο το όφελος; Όλα αυτά είναι πρόσκαιρα και μάταια. Πάντοτε άκουγα τον πατέρα μου να επαινεί την αγγελική πολιτεία των μοναχών· λοιπόν, ας γίνω μοναχός και θα με βοηθήσει ο Κύριος». Λέγοντας λοιπόν την ευχή βάδιζε προς την Ιερουσαλήμ και φθάνοντας εκεί προσκύνησε τους Αγίους Τόπους· έπειτα πήγε να προσκυνήσει στα μοναστήρια και πέρασε από όλα.

Κάποια μέρα λοιπόν κι ενώ πορεύονταν ο Αρκάδιος συνάντησε κάποιον γέροντα άγιο και προορατικό κι αφού τον προσκύνησε του είπε: «Για το Θεό, πάτερ άγιε, παρακάλεσε τον Κύριο, γιατί είμαι σε μεγάλη θλίψη». Ο γέροντας του είπε: «μη λυπάσαι, τέκνο μου, γιατί ζει ο αδελφός σου· όλοι όσοι ήταν στο πλοίο σώθηκαν και έγιναν μοναχοί, το ίδιο και ο αδελφός σου, και πρόκειται να τον συναντήσεις όπως και τον πατέρα σου και τη μητέρα σου πριν πεθάνεις». Ακούγοντας αυτά ο Αρκάδιος ταράχθηκε από το προορατικό χάρισμα του ανδρός και πέφτοντας στα πόδια του, με δάκρυα τον παρακαλούσε λέγοντας: «αφού ο Θεός σου φανέρωσε τα πάντα για μένα, σε παρακαλώ, κάνε με μοναχό». Κι εκείνος είπε: «ευλογητός ο Κύριος, παιδί μου, ακολούθησέ με». Έφυγαν λοιπόν και πήγαν στον Μοναστήρι του Αγίου Σάββα κι έδωσε ο γέροντας στον Αρκάδιο το κελί του, στο οποίο κατοικούσε για 50 χρόνια, έμεινε δε μαζί του για ένα χρόνο διδάσκοντάς του τον κανόνα της μοναδικής πολιτείας· κατόπιν ο γέροντας έφυγε για την έρημο αφού αποχαιρέτισε τον Αρκάδιο κι αφού του υποσχέθηκε ότι θα επανέλθει μετά τρία χρόνια για να δει την πρόοδό του. Έμεινε λοιπόν στο κελί ο Αρκάδιος, κάνοντας με προθυμία όσα διδάχθηκε από τον Άγιο.

Πέρασαν δύο χρόνια και χωρίς να γνωρίζει ο Ξενοφών για το ναυάγιο των παιδιών του και μη έχοντας καμία πληροφορία από αυτούς, έστειλε άνθρωπο στη Βηρυττό, να μάθει πώς είναι. Ο απεσταλμένος πήγε κι αφού ερεύνησε με ακρίβεια πήρε την απάντηση ότι από τη στιγμή που έστειλε ο πατέρας τους και τους πήρε από εκεί, δεν επέστρεψαν. Οπότε αναχώρησε εκείνος από τη Βηρυττό για την Αθήνα, με σκοπό να ρωτήσει μήπως βρίσκονται εκεί. Πηγαίνοντας εκεί, κάποιο βράδυ έμεινε σ’ ένα ξενοδοχείο, στο οποίο βλέπει έναν σύνδουλό του με ράσο καλογερικό και τον ρώτησε ιδιαιτέρως λέγοντας: «εσύ δεν είσαι ο τάδε, ο οποίος πήγες με τα παιδιά του κυρίου μας στη Βηρυττο;» κι εκείνος είπε «ναι». Και του λέει ο απεσταλμένος: «και πού είναι τα παιδιά;» Τότε δάκρυσε ο μοναχός λέγοντας: «στη θάλασσα, πνίγηκαν, και νομίζω πως μόνον εγώ σώθηκα. Γι’ αυτό έγινα μοναχός, δεν θέλησα να γίνω άγγελος κακών των κυρίων μου, και να, πηγαίνω στα Ιεροσόλυμα».

Ακούγοντας αυτά ο απεσταλμένος έκλαψε λέγοντας: «αλίμονό μου, κύριοί μου! Ποιος να αναγγείλει στον πατέρα σας τον ξαφνικό και πριν την ώρα του θάνατό σας; Πώς να υποφέρει η μητέρα σας τον πόνο; Ποιος να κληρονομήσει τις αρετές και τον πλούτο τους; Ποιος να υποδέχεται τους ξένους, να ετοιμάζει τραπέζι στους φτωχούς και να επισκέπτεται τους φυλακισμένους; Ποιος να φροντίζει τις εκκλησίες και τα μοναστήρια; Αλίμονό μου, ο άθλιος! Όλοι οι φτωχοί φωνάξτε και θρηνείστε, γιατί χάθηκε η άνεση σας, σας άρπαξαν το θησαυρό σας και αφανίστηκε η χαρά σας. Αλίμονο σε μένα τον ταλαίπωρο, τι να κάνω; Να επιστρέψω στον κύριό μου; Και πώς να του αναγγείλω τέτοιο πικρότατο άγγελμα; Ποιος ν’ ακούσει τους στεναγμούς και τα δάκρυα φίλων και γειτόνων, τη λύπη του βασιλιά και των υπολοίπων αρχόντων του παλατιού και των συγγενών του κυρίου μου;» Αυτά και άλλα τέτοια μονολογούσε και τον παρηγορούσαν όσοι βρέθηκαν εκεί και του έλεγαν: «Σταμάτησε, αδελφέ, τον πολύ θρήνο, για να μην πεθάνεις από την πολύ λύπη. Αλλά πήγαινε και πες τα στον κύριό σου, μην τυχόν τα μάθει από άλλους και γι’ αυτό σε καταρασθεί και εξαφανισθείς από το βιβλίο των ζώντων». Δέχθηκε αυτές τις συμβουλές και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, κι αφού μπήκε στο σπίτι του κυρίου του καθόταν σκυθρωπός και λυπημένος.

Μόλις έμαθε η Μαρία ότι ήλθε ο δούλος, τον κάλεσε και τον ρώτησε πώς είναι τα παιδιά της. Εκείνος της είπε: «καλά είναι». Και του λέει: «πού είναι οι επιστολές, τις οποίες σου έδωσαν;» Κι εκείνος αποκρίθηκε: «στο δρόμο, καθώς ερχόμουν, τις έχασα». Τότε άρχισε να ταράζεται η καρδιά της και του λέει: «για όνομα του Θεού, πες μου όλη την αλήθεια». Και τότε έβαλε φωνή μεγάλη και είπε με δάκρυα στα μάτια: «αλίμονο, κυρία μου, γιατί έχασες το φως σου μέσα στη θάλασσα!» Εκείνη, μόλις το άκουσε αυτό, ευχαρίστησε το Θεό και είπε στο δούλο: «σώπασε και να μην το πεις σε κανέναν. Ο Θεός τα έδωσε, ο Θεός και τα πήρα· έτσι θέλησε ο Κύριος, έτσι και έγινε. Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου, από του νυν και έως του αιώνος». Το απόγευμα ήρθε κι ο Ξενοφών από τα ανάκτορα συνοδευόμενος από πολλούς, κι αφού αποχαιρέτισε εκείνους που τον συνόδευαν, κάθισε να φάει, μια που αυτή ήταν η συνήθειά του, να τρώει μία φορά την ημέρα, το απόγευμα. Κάθισε λοιπόν στο τραπέζι και του είπε η γυναίκα του: «Κύριέ μου, ήλθε ο άνθρωπος που είχες στείλει στη Βηρυττό». Και ο άγιος Ξενοφών είπε: «Δόξα σοι ο Θεός, ας έλθει να τον ρωτήσω». Εκείνη του αποκρίθηκε: «Είναι πολύ κουρασμένος κι έπεσε να αναπαυθεί». Της λέει: «Φέρε μου τις επιστολές, να δω τι μας γράφουν τα παιδιά μας».

Εκείνη τότε, μη μπορώντας να κρατήσει τον πόνο της, δάκρυσε. Ο δε Ξενοφών της είπε: «Γιατί κλαις; Αρρώστησαν τα παιδιά μας;» Εκείνη απάντησε: «Μακάρι να ήταν άρρωστα· αλλά χάσαμε τα μαργαριτάρια μας στη θάλασσα». Τότε ο γέροντας αναστέναξε κι ευχαρίστησε το Θεό λέγοντας: «Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου. Μη λυπάσαι, κυρία μου, κι ο Θεός δεν άφησε να μου συμβεί τέτοια λύπη στα γηρατειά μου, μια που όπως νομίζω κράτησα όλες τις εντολές Του. Ας αγρυπνήσουμε αυτή τη νύχτα προσευχόμενοι και ας παρακαλέσουμε το Θεό να μας φανερώσει τι απέγιναν τα παιδιά μας». Προσευχόμενοι λοιπόν όλη τη νύχτα στα γόνατα, το πρωί λόγω κόπωσης αποκοιμήθηκαν και βλέπουν όραμα και οι δύο ότι τα παιδιά τους στέκονται μπροστά στο Χριστό και έχουν στα κεφάλια τους στέφανα λαμπρά και πολύτιμα. Και το στεφάνι του μεν Ιωάννη ήταν κοσμημένο με ανεκτίμητα πετράδια, του δε Αρκαδίου με λαμπρότατα αστέρια· και οι δύο δε κρατούσαν χρυσάφι στα χέρια τους. Μόλις ξύπνησαν διηγήθηκαν το όραμα ο ένας στον άλλο και είπε ο μακάριος Ξενοφών: «αλήθεια, γυναίκα, μεγάλης τιμής αξιώθηκαν οι γιοί μας και νομίζω ότι είναι στα Ιεροσόλυμα. Λοιπόν, ας πάμε να τους βρούμε και να προσκυνήσουμε και τους Αγίους Τόπους».

Αφού λοιπόν πήραν μαζί τους πολύ πλούτο, έφυγαν με μερικούς από τους υπηρέτες τους για την Αγία Πόλη· εκεί προσκύνησαν με ευλάβεια όλους τους τόπους εκείνους, δίνοντας παντού μεγάλη ελεημοσύνη και περιφερόμενοι ρωτούσαν και για τους γιούς τους, αλλά δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτε για κείνους. Βρήκαν όμως έναν από τους υπηρέτες, τον οποίον είχαν στείλει μαζί τους στη Βηρυττό, να φοράει ένδυμα μοναχού, κι αμέσως μόλις τον είδαν του έβαλαν μετάνοια. Εκείνος τους προσκύνησε λέγοντας: «μην κάνετε έτσι, κύριοί μου, μην βάζετε μετάνοια σ’ εμένα, τον υπηρέτη σας». Του λέει τότε ο άγιος Ξενοφών: «το σχήμα το άγιο που φοράς ετίμησα· και σε παρακαλώ μη λυπάσαι, αλλά πες μας τι απέγιναν τα παιδιά μας». Ο δε τους απάντησε: «δεν γνωρίζω· γιατί καθώς συνετρίβη το καράβι, ο καθένας φρόντιζε πώς να σωθεί ο ίδιος. Οπότε μόνον ο Θεός γνωρίζει αν ζουν ή αν πέθαναν». Τότε ο Ξενοφών θέλησε να πάει να προσκυνήσει και στα μέρη του Ιορδάνου και να μοιράσει και στους εκεί μοναχούς ελεημοσύνη.

Στο δρόμο λοιπόν, κατεβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα, συνάντησαν τον γέροντα του Αρκαδίου, και αφού έπεσαν στα πόδια του, του ζητούσαν ευλογία. Εκείνος αφού τους ευχήθηκε τους λέει: «Τι ανάγκασε τον κύριο Ξενοφώντα και την κυρία Μαρία να έλθουν στα Ιεροσόλυμα; Ασφαλώς τίποτε άλλο παρά ο πόθος των παιδιών σας. Μη λυπάστε, προσθέτει ο γέροντας, γιατί τα παιδιά σας είναι ζωντανά κι ο Θεός θα σας φανερώσει τη δόξα τους. Πηγαίνετε όμως στον Ιορδάνη ποταμό, ως καλοί εργάτες του αμπελώνος Χριστού του Θεού, και όταν επιστρέψετε θα δείτε τα παιδιά σας». Τον αποχαιρέτισαν και έφυγαν, βαδίζοντας το δρόμο τους, ο δε άγιος γέροντας πορεύτηκε στα Ιεροσόλυμα κι αφού προσκύνησε κάθισε στο έδαφος, κοντά στο Γολγοθά, και να, κατ’ οικονομίαν Θεού, ο Ιωάννης, ο πρώτος γιος του Ξενοφώντα, ήλθε να προσκυνήσει κι αυτός τους Αγίους Τόπους. Μόλις είδε το γέροντα του έβαλε μετάνοια· κι εκείνος του ευχήθηκε λέγοντας: «πού ήσουν μέχρι τώρα, κυρ-Ιωάννη; Ήρθαν οι γονείς σου και σε γύρευαν, κι εσύ πάλι σίγουρα ήρθες γυρεύοντας τον αδελφό σου». Ο Ιωάννης τότε πέφτοντας στα γόνατα του γέροντα, λέει: «σε παρακαλώ, πάτερ Άγιε, πες μου για όνομα του Θεού, πού είναι ο αδελφός μου; Γιατί μέχρι σήμερα δεν με πληροφόρησε ο Κύριος αν ζει, μόνο σήμερα τ’ ακούω αυτό από το άγιό σου στόμα».

Ενώ τα έλεγε αυτά, να έρχεται και ο Αρκάδιος για να προσκυνήσει, και τόσο ήταν ταλαιπωρημένο το σώμα του από την πολλή εγκράτεια ώστε τα μάτια του είχαν βαθουλώσει· προσκύνησε τον άγιο γέροντα και είπε: «πάτερ τίμιε, άφησες το χωράφι σου τρία χρόνια τώρα που δεν το επισκέφτηκες και γέμισε αγκάθια· που σημαίνει ότι θα κοπιάσεις πάρα πολύ για να το καθαρίσεις». Κι εκείνος αποκρίθηκε: «καθημερινά, παιδί μου, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος επισκεπτόμουν αοράτως το χωράφι μου και ελπίζω στον Θεό ότι δεν έχει αγκάθια, αλλά καλούς καρπούς, από τους οποίους τρώει και πίνει ο βασιλεύς Χριστός και ευφραίνεται». Αφού κάθισαν και αυτοί ρώτησε ο γέροντας τον Ιωάννη να πει ποια είναι η πατρίδα του. Εκείνος αποκρίθηκε: «ξένος και αμαρτωλός είμαι, πάτερ τίμιε, και παρακαλώ τον Θεό, να με ελεήσει με τις ευχές σας». «Την πατρίδα σου πες μας, αυτή στην οποία γεννήθηκες, την ανατροφή σου και τη γενιά σου, κι έτσι θα δοξασθεί ο Θεός». Τότε ο Ιωάννης διηγήθηκε τα πάντα· μη μπορώντας ο Αρκάδιος να κρατήσει τα δάκρυά του σηκώθηκε και λέει στο γέροντα: «αυτός είναι ο αδελφός μου!» Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Παιδί μου, εγώ το γνώριζα αυτό, αλλά δεν ήθελα να σας το πω, μέχρι να αναγνωριστείτε μόνοι σας». Τότε, με προσταγή του γέροντα, αγκαλιάστηκαν και ασπάσθηκαν μεταξύ τους  ευχαριστώντας τον Θεό, που τους αξίωσε να δουν ο ένας τον άλλο με αυτό το μοναχικό σχήμα.

Ύστερα από δύο ημέρες ήλθαν και οι γονείς τους από τον Ιορδάνη με πολλή παρρησία και συνοδεία ανθρώπων και αφού προσκύνησαν τον Άγιον Τάφον και τον Γολγοθά έριξαν κι εκεί πολλά φλουριά και βγαίνοντας από τον ναό βλέπουν τον άγιο γέροντα και τον προσκυνούν, λέγοντάς του τα εξής: «Στο όνομα του Κυρίου, εκπλήρωσε την υπόσχεσή σου και δείξε μας τα παιδιά μας». Κι ενώ εκείνα παρευρίσκοντο εκεί, τα πρόσταξε να μη μιλήσουν καθόλου· γιατί οι γονείς τους δεν τα αναγνώρισαν καθόλου μια που από την  πολλή εγκράτεια είχαν αλλοιωθεί τα χαρακτηριστικά τους. Έτσι ο γέροντας είπε στους γονείς: «πηγαίνετε να ετοιμάσετε πλούσιο τραπέζι να μας φιλεύσετε μαζί με αυτούς τους μαθητές μου και εκεί θα σας πω πού είναι τα παιδιά σας». Ο Ξενοφών χάρηκε πολύ και φεύγοντας ετοίμασε την τράπεζα. Ο γέροντας είπε στα παιδιά: «ας πάμε, παιδιά μου, στην αγάπη του πατέρα σας, αυτό δεν σας βλάπτει· μόνο να φυλάγεστε και να μην μιλήσετε καθόλου μέχρι να σας πω· μάθετε δε κι αυτό, ότι όσους κόπους κι αν κάνετε δεν φθάνετε στα μέτρα των γονέων σας, γιατί ακόμη και να μιλήσει κανείς μαζί τους οφελείται».

Πήγαν λοιπόν και οι τρεις εκεί που ήταν ο Ξενοφών, ο οποίος τους δέχθηκε σαν αγγέλους του Θεού και αφού κάθισαν έτρωγαν όλοι μαζί. Ο δε Ξενοφών είπε: «πώς είναι τα παιδιά μας, τίμιε Πάτερ;» Εκείνος απάντησε: «καλά είναι και αγωνίζονται να σωθούν». Είπαν οι γονείς: «ας τους αναδείξει ο Θεός άξιους εργάτες του αμπελώνα του, για να λυτρώσουν κι εμάς από το αιώνιο πυρ της κολάσεως». Βλέποντας δε ο Ξενοφών τη θαυμαστή ευταξία, τα χρηστά ήθη και την ευλάβεια των δύο μοναχών, είπε στο γέροντα: «στ’ αλήθεια, τίμιε Πάτερ, έχεις καλούς μαθητές και η ψυχή μου πολύ τους αγάπησε και βλέπω ότι είναι άξιοι του Θεού, αλλά να παρακαλάς τον Κύριο να γίνουν όμοιά τους και τα παιδιά μας.» Κι ο γέροντας είπε: «Αμήν». Έπειτα λέει προς τον Αρκάδιο: «πες μου, από ποιο μέρος είσαι και ποιων γονέων γιος είσαι;» Εκείνος αποκρίθηκε: «εγώ, τίμιε Πάτερ, ήμουν από την Κωνσταντινούπολη, γιος πλούσιων γονέων, ο δε πατέρας μου ήταν συγκλητικός· είχα δε κι έναν άλλο αδελφό, μαζί με τον οποίο μας έστειλαν οι γονείς μας στη Βηρυττό, για να τελειώσουμε τις σπουδές μας· ενώ όμως πλέαμε συνετρίβη το πλοίο και εγώ σώθηκα με τη βοήθεια του Θεού με ένα σανίδι». Αφού άκουσαν αυτά οι γονείς, δεν περίμεναν να τελειώσει τα υπόλοιπα· αλλά σηκώθηκαν με δάκρυα και τους αγκάλιαζαν λέγοντας: «αυτά είναι τα παιδιά μας, τίμιε Πάτερ! Και σε παρακαλούμε, σήκω να αποδώσουμε δόξα στο Θεό, διότι τα βρήκαμε, παρακάλεσε δε τον Κύριο να σπλαχνιστεί κι εμάς τους αμαρτωλούς και να μας αξιώσει της Βασιλείας Του».

Τότε ο γέροντας σηκώθηκε κι έκανε μεγάλη ευχή κι ευχαριστία προς τον Κύριον· έπειτα παρακάλεσαν τον Όσιο ο Ξενοφών και η Μαρία και τους ενέδυσε με το άγιο σχήμα, τους παρήγγειλε δε να μην ιδωθούν ξανά για όλη τους τη ζωή. Μετά από αυτά οι δύο αδελφοί αποχαιρέτησαν τους γονείς τους και ακολούθησαν τον γέροντα στην έρημο, στην οποία και παρέμειναν ασκούμενοι μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αξιώθηκαν δε από τον Θεό να θεραπεύουν κάθε ασθένεια όσων έρχονταν σ’ αυτούς και έλαβαν και προορατικό χάρισμα· έτσι καλώς αγωνιζόμενοι ετελειώθησαν εν Κυρίω. Ο πατέρας τους έστειλε πληρεξούσιο και πούλησε όλα τα υπάρχοντά του, κινητά και ακίνητα, και τα μοίρασε στους φτωχούς· ελευθέρωσε όλους τους δούλους του δίνοντάς τους πλούσια χαρίσματα· τη δε σύζυγό του την έβαλε σε ένα γυναικείο μοναστήρι, κι εκείνη αγωνίστηκε καλώς και ευαρέστησε τον Θεό, κι έφθασε σε μέτρα Αγίων, διότι αφού σε πολλούς τυφλούς και δαιμονισμένους έδωσε την ίαση, αναπαύτηκε εν Κυρίω. Τέλος ο άγιος Ξενοφών αφού ενεδύθηκε τριχίνα έφυγε στην έρημο, όπου έζησε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του, κι αφού αξιώθηκε μεγάλων μυστηρίων και προορατικού χαρίσματος, κατόπιν αναπαύτηκε κι αυτός εν Κυρίω, γύρω στις αρχές του έκτου αιώνος.

 

 

Total
0
Shares
Share 0
Tweet 0
Διαβάστε περισσότερα νέα για:
  • ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ
  • ΠΟΙΟΙ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ
Προηγούμενο άρθρο
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 25 Ιανουαρίου
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Τρίτη 25 Ιανουαρίου

  • 26/01/2022
  • Socialo
Περισσοτερα
Επόμενο άρθρο
Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 2 Φεβρουαρίου
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 2 Φεβρουαρίου

  • 14/02/2022
  • Socialo
Περισσοτερα
ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ:
Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 14 Φεβρουαρίου
Περισσοτερα
  • 1 min
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 14 Φεβρουαρίου

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 13 Φεβρουαρίου
Περισσοτερα
  • 1 min
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 13 Φεβρουαρίου

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου
Περισσοτερα
  • 1 min
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου
Περισσοτερα
  • 1 min
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου
Περισσοτερα
  • 1 min
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου
Περισσοτερα
  • 1 min
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου

VIRAL
  • Η Εθνική Ελλάδος είχε πάθος, αλλά και μεγάλα θέματα επιθετικά, όμως η ψυχραιμία του Παπανικολάου με 2/2 βολές στα 3’’ χάρισαν τη μεγάλη νίκη με 72-71
    • HIGHLIGHTS
    • ΜΠΑΣΚΕΤ

    Προκριματικά Παγκοσμίου Κυπέλλου: Γαλανόλευκο το θρίλερ με την Τουρκία

      • HIGHLIGHTS
      • ΜΠΑΣΚΕΤ
    Περισσοτερα
  • Ρωσικό τανκ πέρασε πάνω από αυτοκίνητο πολίτη
    • ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΒΙΝΤΕΟ

    Ουκρανία: Άρμα μάχης πέρασε πάνω από αυτοκίνητο στο προάστιο Όμπολον

      • ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΒΙΝΤΕΟ
    Περισσοτερα
  • Μαθητές της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής λένε “Οχι στη βία”
    • PEOPLE

    Μαθητές της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής λένε “Οχι στη βία”

      • PEOPLE
    Περισσοτερα
  • Επιστροφή στις νίκες για Παναθηναϊκο με show του Ιωαννίδη
    • HIGHLIGHTS

    Επιστροφή στις νίκες για Παναθηναϊκο με show του Ιωαννίδη

      • HIGHLIGHTS
    Περισσοτερα
  • Πάτρικ Ογουνσότο: Ξαναχτυπά με την νέα του ατάκα και γίνεται viral
    • VIRAL VIDEO

    Πάτρικ Ογουνσότο: Ξαναχτυπά με την νέα του ατάκα και γίνεται viral

      • VIRAL VIDEO
    Περισσοτερα
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  • Ολοκληρώθηκε πριν από μερικά λεπτά στην Λευκορωσία ο γ' γύρος των συνομιλιών μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας
    • ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
    Πόλεμος Ουκρανία: Οι συζητήσεις δεν οδήγησαν σε αποτέλεσμα στον Γ’ γύρο διαπραγματεύσεων
  • Ο ουκρανικός στρατός αναφέρει ότι κατέρριψε ρωσικό στρατιωτικό αεροσκάφος Il-76
    • ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
    Ο ουκρανικός στρατός αναφέρει ότι κατέρριψε ρωσικό στρατιωτικό αεροσκάφος Il-76
  • Πόλεμος Ουκρανία: Ο ρωσικός στρατός κατέλαβε τη Μελιτόπολη
    • ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
    Πόλεμος Ουκρανία: Ο ρωσικός στρατός κατέλαβε τη Μελιτόπολη
  • Η στιγμή που ληστής χτυπά με σφυρί στο κεφάλι γυναίκα
    • ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
    Νέα Υόρκη: Η στιγμή που ληστής χτυπά με σφυρί στο κεφάλι γυναίκα
ALL
Development by

Σχεδιασμός και Κατασκευή Ιστοσελίδων

Σχεδιασμός και Κατασκευή Ιστοσελίδων

Socialo.gr
  • ΕΛΛΑΔΑ
  • ΔΙΕΘΝΗ
  • ΒΑΛΚΑΝΙΑ
  • WEB TV
  • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
  • ΕΡΓΑΣΙΑ
  • CRIME
  • TOPIKA NEA
  • TECH
Socialo.gr

Input your search keywords and press Enter.

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό..
ΡυθμίσειςΑποδοχή όλων
Διαχείριση Cookie

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies

Χρησιμοποιούμε cookies για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τη χρήση του ιστότοπου μας από τους επισκέπτες, με στόχο την κάλυψη των αναγκών των περισσότερων επισκεπτών και τη βελτίωση του περιεχομένου του ιστότοπού μας καθώς και τη διευκόλυνση του ιστοτοπού μας. Μπορείτε να δείτε την Πολιτική Απορρήτου & Cookies

ΕΔΩ
Απαραίτητα
Always Enabled
Τα απαραίτητα cookie είναι απολύτως απαραίτητα για τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου. Αυτά τα cookies διασφαλίζουν τις βασικές λειτουργίες και τα χαρακτηριστικά ασφαλείας του ιστότοπου, ανώνυμα.
CookieDurationDescription
cookielawinfo-checkbox-advertisement1 yearΤο cookie ορίζεται από τη συγκατάθεση cookie GDPR για την καταγραφή της συναίνεσης χρήστη για τα cookies στην κατηγορία "Διαφήμιση".
cookielawinfo-checkbox-analytics1 yearΑυτά τα cookie έχουν οριστεί από το GDPR Cookie Consent WordPress Plugin. Το cookie χρησιμοποιείται για να θυμάται τη συγκατάθεση του χρήστη για τα cookie στην κατηγορία "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional1 yearΤο cookie ορίζεται από τη συγκατάθεση cookie GDPR για την καταγραφή της συναίνεσης χρήστη για τα cookie στην κατηγορία "Λειτουργικό".
cookielawinfo-checkbox-necessary1 yearΑυτό το cookie ορίζεται από την προσθήκη GDPR Cookie Consent. Τα cookies χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση της συναίνεσης του χρήστη για τα cookies στην κατηγορία "Απαραίτητο".
cookielawinfo-checkbox-others1 yearΑυτό το cookie, που ορίζεται από την προσθήκη GDPR Cookie Consent, χρησιμοποιείται για την αποθήκευση της συναίνεσης χρήστη για cookie στην κατηγορία "Διάφορα".
cookielawinfo-checkbox-performance1 yearΑυτό το cookie ορίζεται από την προσθήκη GDPR Cookie Consent. Το cookie χρησιμοποιείται για την αποθήκευση της συναίνεσης του χρήστη για τα cookies στην κατηγορία "Απόδοση".
CookieLawInfoConsent1 yearΚαταγράφει την προεπιλεγμένη κατάσταση του κουμπιού της αντίστοιχης κατηγορίας & την κατάσταση του CCPA. Λειτουργεί μόνο σε συντονισμό με το κύριο cookie.
Λειτουργικότητα
Τα λειτουργικά cookie βοηθούν στην εκτέλεση ορισμένων λειτουργιών, όπως η κοινή χρήση του περιεχομένου του ιστότοπου σε πλατφόρμες κοινωνικών μέσων, η συλλογή σχολίων και άλλων λειτουργιών τρίτων.
Επίδοση
Τα cookies απόδοσης χρησιμοποιούνται για την κατανόηση και την ανάλυση των βασικών δεικτών απόδοσης του ιστότοπου που βοηθούν στην παροχή μιας καλύτερης εμπειρίας χρήστη για τους επισκέπτες.
Analytics
Τα cookie χρησιμοποιούνται για να κατανοήσουν πώς αλληλεπιδρούν οι επισκέπτες με τον ιστότοπο. Αυτά τα cookie βοηθούν στην παροχή πληροφοριών σχετικά με τις μετρήσεις, τον αριθμό των επισκεπτών, το ποσοστό εγκατάλειψης, την πηγή επισκεψιμότητας κ.λπ.
CookieDurationDescription
__gads1 year 24 daysΤο cookie __gads, που έχει οριστεί από την Google, αποθηκεύεται στον τομέα DoubleClick και παρακολουθεί πόσες φορές οι χρήστες βλέπουν μια διαφήμιση, μετρά την επιτυχία της καμπάνιας και υπολογίζει τα έσοδά της. Αυτό το cookie μπορεί να διαβαστεί μόνο από τον τομέα στον οποίο έχει οριστεί και δεν θα παρακολουθεί δεδομένα κατά την περιήγηση σε άλλους ιστότοπους.
_ga2 yearsΑυτό το cookie εγκαθίσταται από το Google Analytics. Το cookie χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των επισκεπτών, των περιόδων σύνδεσης, των δεδομένων καμπάνιας και για την παρακολούθηση της χρήσης του ιστότοπου για την αναφορά ανάλυσης του ιστότοπου. Τα cookie αποθηκεύουν πληροφορίες ανώνυμα και εκχωρούν έναν τυχαία αριθμό που δημιουργείται για την αναγνώριση μοναδικών επισκεπτών.
_ga_KLVCXBXS602 yearsΑυτό το cookie εγκαθίσταται από το Google Analytics.Xρησιμοποιείται για να διακρίνει ατομικούς χρήστες, στους οποίους δίνεται ένας τυχαίος αριθμός ως μοναδικό στοιχείο ταυτοποίησης. Είναι παρόν σε κάθε σελίδα αιτήματος σε έναν ιστότοπο και χρησιμοποιείται για να μετρά επισκέπτες και να συγκεντρώνει δεδομένα για αναφορές ανάλυσης του ιστότοπου. Είναι προγραμματισμένο να λήγει αυτόματα μετά από 2 έτη, παρότι οι διαχειριστές του ιστότοπου μπορούν να αλλάξουν αυτήν την ρύθμιση.
_gat_gtag_UA_204471422_11 minuteΑυτό το cookie ορίζεται από την Google και χρησιμοποιείται για τη διάκριση των χρηστών.
_gid1 dayΑυτό το cookie εγκαθίσταται από το Google Analytics. Το cookie χρησιμοποιείται για την αποθήκευση πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι επισκέπτες χρησιμοποιούν έναν ιστότοπο και βοηθά στη δημιουργία μιας αναλυτικής αναφοράς για την κατάσταση του ιστότοπου. Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν περιλαμβάνουν τον αριθμό των επισκεπτών, την προέλευση από την οποία προέρχονται και τις σελίδες σε ανώνυμη μορφή.
CONSENT2 yearsΤο YouTube ορίζει αυτό το cookie μέσω ενσωματωμένων βίντεο youtube και καταχωρεί ανώνυμα στατιστικά δεδομένα.
Διαφήμιση
Τα cookie διαφήμισης χρησιμοποιούνται για να παρέχουν στους επισκέπτες σχετικές διαφημίσεις και καμπάνιες μάρκετινγκ. Αυτά τα cookie παρακολουθούν τους επισκέπτες σε ιστότοπους και συλλέγουν πληροφορίες για την παροχή προσαρμοσμένων διαφημίσεων.
CookieDurationDescription
test_cookie15 minutesΤο test_cookie ορίζεται από το doubleclick.net και χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί εάν το πρόγραμμα περιήγησης του χρήστη υποστηρίζει cookies.
VISITOR_INFO1_LIVE5 months 27 daysΈνα cookie που έχει οριστεί από το YouTube για τη μέτρηση του εύρους ζώνης που καθορίζει εάν ο χρήστης αποκτά τη νέα ή την παλιά διεπαφή προγράμματος αναπαραγωγής.
YSCsessionΤο YSC cookie ορίζεται από το Youtube και χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση των προβολών των ενσωματωμένων βίντεο σε σελίδες του Youtube.Το YouTube είναι μία πλατφόρμα για την φιλοξενία και την κοινή χρήση βίντεο, ιδιοκτησίας της Google. Το YouTube συλλέγει δεδομένα χρηστών μέσω βίντεο που έχουν αναρτηθεί σε ιστότοπους, τα οποία συνδυάζονται με δεδομένα προφίλ από άλλες υπηρεσίες της Google με σκοπό να προβάλλεται στοχευμένη διαφήμιση σε επισκέπτες μέσω μιας μεγάλης γκάμας του δικού του και άλλων ιστότοπων.
yt-remote-connected-devicesneverΤο YouTube ρυθμίζει αυτό το cookie για να αποθηκεύει τις προτιμήσεις βίντεο του χρήστη χρησιμοποιώντας ενσωματωμένο βίντεο YouTube.
yt-remote-device-idneverΤο YouTube ρυθμίζει αυτό το cookie για να αποθηκεύει τις προτιμήσεις βίντεο του χρήστη χρησιμοποιώντας ενσωματωμένο βίντεο YouTube.
Διάφορα
Άλλα μη κατηγοριοποιημένα cookie είναι αυτά που αναλύονται και δεν έχουν ακόμη ταξινομηθεί σε κατηγορία.
CookieDurationDescription
_color_system_schemasessionNo description available.
SAVE & ACCEPT
Powered by CookieYes Logo